Οταν το πρώτο κλασικό Mini, παραγωγής Birmingham, κυκλοφόρησε στις 18 Αυγούστου του 1959, κανείς από τους εμπλεκόμενους στο project της εποχής εκείνης δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το concept ενός επαναστατικού μικρού αυτοκινήτου θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες επιτυχίας διάρκειας πεντέμισι δεκαετιών.
Πριν από 58 χρόνια, παρουσιάστηκαν δύο μοντέλα που διέφεραν μόνο στη μάσκα, στα καπάκια της πλήμνης και στο χρώμα: το Morris Mini Minor και το Austin Seven.
Η φιλοσοφία του σχεδιαστή Αλέξανδρου Ισιγόνη από τη Σμύρνη ήταν απλή και ευφυής: πλούσιοι εσωτερικοί χώροι σε συνδυασμό με ελάχιστες εξωτερικές διαστάσεις, τέσσερα καθίσματα, άριστα οδηγικά χαρακτηριστικά, χαμηλή κατανάλωση και προσιτή τιμή. Αυτές οι έξυπνες ιδέες είχαν μεγάλη απήχηση και κράτησαν ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού μέχρι τον 21ο αιώνα.
Το Mini ήταν προϊόν «δίδυμης γέννησης». Το 1959 η British Motor Corporation (BMC) αποκάλυψε τους καρπούς των προσπαθειών της στην εξέλιξη ενός νέου μικρού αυτοκινήτου, παρουσιάζοντας όχι ένα αλλά δύο νέα μοντέλα: το Morris Mini-Minor και το Austin Seven. Ολοι γνωρίζουν τώρα ποιο όνομα τελικά επιβίωσε.
Οσον αφορά τις πωλήσεις του κλασικού Mini: μέχρι τη λήξη της παραγωγής το 2000, είχαν πουληθεί 5.387.862 μονάδες του βρετανικού best seller.
Ο αρχικός κινητήρας των 848 κ.εκ. των 34 ίππων βελτιώνεται το 1961 από τον προσωπικό φίλο του Ισιγόνη, John Cooper, με 1.000 κ.εκ. και 55 ίππους. Λίγο αργότερα εξελίσσεται μία ακόμη έκδοση (Cooper S) με 1.071 κ.εκ. και 70 ίππους.
Σε συνδυασμό και με τη διάταξη «κινητήρας μπροστά, εμπρόσθια κίνηση» και την εγκάρσια τοποθέτηση του κινητήρα (παράλληλα με τον μπροστινό άξονα και με τα καθίσματα, για εξοικονόμηση χώρου στο μπροστινό μέρος, σε αντίθεση με τη διαμήκη τοποθέτηση), πέτυχε 80% εκμετάλλευση χώρου για τους επιβάτες και τις αποσκευές, με αποτέλεσμα να γίνει το βρετανικό αυτοκίνητο με τη μεγαλύτερη επίδραση στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας έως και σήμερα.
Ως αποτέλεσμα, το Mini θεωρείται ένα διαχρονικό βρετανικό σύμβολο και μια ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη φιγούρα τής τότε εποχής, με υψηλή δημοτικότητα ακόμα και σήμερα.
Με τα υψηλά στάνταρ που έθεσε στον χωροταξικό και μηχανολογικό σχεδιασμό, εκτιμήθηκε ως ένα επαναστατικό «πλήρες αυτοκίνητο σε μίνι συσκευασία», με καινοτόμες σχετικές ιδέες που έχουν πλέον υιοθετηθεί από όλα τα αυτοκίνητα, και θεωρείται ένα από τα μοντέλα-ορόσημα με καθοριστική συμβολή στην εξέλιξη της παγκόσμιας αυτοκίνησης. Επιπρόσθετα, σημείωσε αρκετές επιτυχίες και ως αγωνιστικό στα ράλι.
Ενα μικρό αυτοκίνητο, μία τεράστια νίκη. Το Mini τα κατάφερε περίφημα λοιπόν και στους αγώνες.
Στις 21 Ιανουαρίου 1964, το Mini Cooper S κέρδισε για πρώτη φορά στο Ράλι Μόντε Κάρλο. Την έκπληξη έκανε το δίδυμο από τη Βόρεια Ιρλανδία και συγκεκριμένα ο Patrick («Paddy») Hopkirk με συνοδηγό τον Henry Liddon, αμφισβητώντας την υποτιθέμενη υπεροχή σημαντικά ισχυρότερων αντιπάλων με το μικρό τους βρετανικό αυτοκίνητο.
Η αψεγάδιαστη συμπεριφορά του στους επαρχιακούς δρόμους και στα ορεινά περάσματα, στον πάγο και στο χιόνι, στις κλειστές στροφές και στις απότομες κλίσεις καθιέρωσαν τον «φονέα των γιγάντων» στην καρδιά του κοινού και στην ιστορία του μηχανοκίνητου αθλητισμού.
Πραγματικά, η κυριαρχία του κλασικού Mini στο Ράλι Μόντε Κάρλο συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, με τους Φινλαδούς team-mates του Hopkirk, Timo Mäkinen και Rauno Aaltonen να προσθέτουν δύο ακόμα νίκες γενικής κατάταξης –το 1965 και το 1967– στη συλλογή του Βρετανού κατασκευαστή.
Η δύναμη του DNA της μάρκας επιβεβαιώθηκε για ακόμα μία φορά με το επαναλανσάρισμα του Mini το 2001: η προηγμένη φιλοσοφία του έγινε δημοφιλής σε ποικίλες εκδοχές και τελικά καθιερώθηκε.
