Πανηγυρίζουν για τη σκληρή πολιτική λιτότητας και υποτέλειας που εφαρμόζουν· οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης αναφωνούν: θα επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι – και μετά θα ’ρθει η οικονομική «παλιγγενεσία», η ανάπτυξη και άλλα, κινούμενα στον τόπο της ιλαρότητας.
Οι εν λόγω αξιωματούχοι προσπαθούν να τονώσουν το ηθικό του πόπολου. Κλείνει, λένε, η ψαλίδα με τη Νέα Δημοκρατία, στο Ελληνικό θα φυσήξουν ευνοϊκοί άνεμοι επενδύσεων (σωρό οι θέσεις εργασίας), οι εκλογές θα γίνουν το 2019 – το είπε ο Ντάισελμπλουμ, παρακαλώ, τι άλλο θέλουμε; Κάνουμε ό,τι μας προστάζουν, γι’ αυτό και δεν θέλουν οι Ευρωπαίοι πολιτειακές αλλαγές και κουραφέξαλα. Πού θα βρουν τόσο πρόθυμους και υπάκουους;
Είναι να γελά κανείς, όχι με την εφαρμοζόμενη πολιτική τους, αφού πρέπει να περάσουν στις «εξετάσεις» τους, αλλά με αυτά που λένε· δεν συνειδητοποιούν πως ό,τι και να «πετύχουν» θα είναι απλώς η επιβράβευση της επικράτησης των ισχυρών έναντι των αδύνατων, ότι υπηρετούν αγόγγυστα τις αξίες του καπιταλισμού για τις οποίες κάποτε έβγαζαν φλύκταινες;
Θα πει κανείς ότι όλα αυτά λέγονταν πριν από την κατάληψη της εξουσίας – μετά κατάλαβαν και έβαλαν μυαλό και άσε την κοινωνία να ουρλιάζει από τον πόνο και την πείνα…
Μόνο με αποφθέγματα μπορεί να αντιδράσει κανείς, έστω κι αν έχουν τις ρίζες τους στον προηγούμενο από τον εικοστό αιώνα: Γεννηθήκαμε σε μια εποχή όπου μόνο οι αμβλύνοες αντιμετωπίζονται με σοβαρότητα – έτσι ερμηνεύονται οι διάλογοι της ευτέλειας, που παρακολουθούμε (συνήθως άναυδοι) στο Κοινοβούλιο και στα τηλεοπτικά παράθυρα.
Θέλουμε να φαινόμαστε σύγχρονοι (μεταμοντέρνοι), σχετικιστές, όχι αφηγηματολάγνοι· εθιζόμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο σε εγωτιστικές ιδεολογίες, έρμαιο των μικροσυμφερόντων του ο καθένας, και αρκούμαστε να ακούμε χιλιοειπωμένα λόγια (βερμπαλισμούς και αδολεσχίες) – το απολαμβάνουμε κιόλας. Στον μοντέρνο τρόπο ζωής τίποτε δεν προκαλεί τόση απήχηση όσο μια καλή κοινοτοπία. Κάνει τους πάντες να νιώθουν οικεία.
Γιατί, αλήθεια «Το κοινό διαθέτει μιαν αχόρταγη περιέργεια να μάθει τα πάντα εκτός από ό,τι πραγματικά αξίζει»; Ως γνωστόν το κοινό εμφορείται από παράλογη ματαιοδοξία και κουράζεται από την ίδια την ηλιθιότητά του. Ισως γιατί ποτέ του δεν κατάφερε να σχηματίσει ένα θεμελιώδες αξιολογικό κριτήριο, δεν του επέτρεψαν πιθανώς οι πνευματικοί ταγοί, οι εκκλησιαστικοί μέντορες, οι πολιτικοί ηγέτες να το καταφέρει.
Ας δώσουμε προσοχή σε αυτούς που διεκδικούν να μιλάνε εκ μέρους της κοινωνίας αλλά και της επιστήμης· ας προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τι συμβαίνει στον χώρο της πολιτικής και της επικοινωνίας – ιδού: Ενα τσούρμο μηδενικά μιλούν για το τίποτα. Θα μπορούσαμε να το «λειάνουμε» κάπως, να λέγαμε, π.χ., ότι ένα τσούρμο σκλάβοι μιλάνε για την ελευθερία (όχι τη δική τους αλλά για τα αγαθά της, που αγνοούν…). Τέλος, μόνο οι διανοητικά χαμένοι φιλονικούν σε μια συζήτηση Η χυδαιότητα ήταν ένα ανεξήγητο φαινόμενο κατά τον 19ο αιώνα – στον 21ο συμβαίνει το ίδιο ακριβώς!
Ο χρόνος μόνο το ωραίο δεν μπορεί να φθείρει, το οποίο ωραίο είναι η δοκιμασία όλων των σπουδαίων πολιτισμών.
Ισως πολλοί βλέπουν αυθαιρεσίες μέσα στα αποφθέγματα – δεν έχουν δίκιο. Τα πλάγια στοιχεία: Οσκαρ Ουάιλντ, Αποφθέγματα και αφορισμοί, εκδ. Ερατώ.
