Τα τελευταία χρόνια έχουμε συνηθίσει να ξεκινάμε τη σεζόν με ντέρμπι μεταξύ των δυο «αιωνίων». Είτε για το πρωτάθλημα είτε για το Κύπελλο.
Κι αν μη τι άλλο έχουμε εξοικειωθεί με την ιδέα ότι το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου παιχνιδιού μπορεί να σημαίνει «κάτι», «πολλά» ή ακόμη και «τίποτα».
«Πολλά» μπορεί να σημαίνει αν πρόκειται για το Κύπελλο, με δεδομένο ότι ουσιαστικά κρίνεται ο ένας από τους τρεις τίτλους που έχουν στόχο ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός.
«Τίποτα», αν συμφωνήσουμε ότι η αξιολόγηση της πορείας μιας ολόκληρης σεζόν δεν μπορεί να κριθεί από ένα ματς του Οκτωβρίου, αλλά από τον τελικό απολογισμό της.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, η σημερινή (19.30, COSMOTESPORT 4) μονομαχία, που θα διεξαχθεί στο κεκλεισμένων των θυρών ΣΕΦ, για την πρεμιέρα του φετινού πρωταθλήματος, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί και από εκείνες που θα ονόμαζε κανείς «ζωής ή θανάτου».
Αφ’ ενός γιατί, όπως αναφέραμε πιο πάνω, δεν κρίνει τίτλο και αφ’ ετέρου γιατί κρίνει μόνο κατά 50% το πλεονέκτημα έδρας, με δεδομένο ότι υπάρχει και το παιχνίδι του δεύτερου γύρου στο ΟΑΚΑ.
Επίσης, δεν αποτελεί αξιόπιστο δείγμα για τις συγκριτικές δυνατότητες και τις προοπτικές των δυο ομάδων από τη στιγμή που γίνεται την πρώτη αγωνιστική, σε μια φάση που καμία ομάδα στην Ευρώπη δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι, αυτή την εποχή, είναι απόλυτα έτοιμη.
Ούτε ο Σφαιρόπουλος έχει προλάβει να μοντάρει μια ομάδα με τόσες αλλαγές στις θέσεις των ξένων ούτε ο Πασκουάλ να βρει τη χημεία ενός αυξημένου rotation, σε σχέση με το περσινό.
Είναι και οι απουσίες. Ο Ολυμπιακός θα παραταχθεί χωρίς τον, εν δυνάμει, βασικό του πλέι μέικερ Μπράιαν Ρόμπερτς, ο οποίος έπαθε θλάση στον δικέφαλο και τέθηκε νοκ άουτ, αφήνοντας την τριπλέτα Σπανούλη (πάντα είναι βαρόμετρο), Μάντζαρη και Στρέλνιεκς να χειριστεί την μπάλα.
Ο Παναθηναϊκός δεν θα έχει στη διάθεσή του έναν παίκτη που ως ρόλος τού έλειπε τα τελευταία χρόνια, αλλά παρότι τον απέκτησε δεν μπορεί να τον υπολογίζει πριν από την πρεμιέρα της Ευρωλίγκας στη Βαρκελώνη: τον αναπληρωματικό πλέι μέικερ Λούκας Λεκαβίτσιους, δηλαδή εκείνον που θα αναλαμβάνει τη δύσκολη αποστολή να ξεκουράζει τον «εγκέφαλό» του, Νικ Καλάθη.
Κι επίσης δεν μπορεί να υπολογίζει στην αθλητικότητα του Θανάση Αντετοκούνμπο, ο οποίος βρέθηκε για μία εβδομάδα στην Αμερική για να συνοδεύσει τον πατέρα του Τσαρλς στην τελευταία του κατοικία.
Επιπλέον και μόνο ότι το ματς γίνεται κεκλεισμένων των θυρών αποτελεί στοιχείο που αλλοιώνει την αξιολόγηση της αντίδρασης και του χαρακτήρα που πάντα δοκιμάζεται περισσότερο μέσα σε καυτές έδρες.
Από εκεί και πέρα, είναι ξεκάθαρα δύο δεδομένα. Το ένα είναι ότι στα ντέρμπι, ουδέποτε μετρούσε η ψυχολογία με την οποία πήγαινε κάθε ομάδα να παίξει, αλλά η ψυχολογία με την οποία έφευγε ανάλογα με το αποτέλεσμα και την ανάγνωσή του.
Συνήθως ο νικητής αποκτά αυτοπεποίθηση η οποία τον βοηθά να πορευθεί ήρεμος, τουλάχιστον για τον επόμενο μήνα.
Οσο για τον ηττημένο, ο τρόπος της ήττας μεταφράζεται ανάλογα με τον τρόπο που θέλει να τον «διαβάσει» η διοίκησή του.
Για να αντιληφθούμε ότι το συγκεκριμένο παιχνίδι δεν είναι καθοριστικό για την έκβαση της μάχης του τίτλου, αλλά και ότι οι συνέπειες που μπορεί να έχει για τον χαμένο εξαρτώνται από την αντίδραση της διοίκησής του, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το περσινό παράδειγμα.
Στο αντίστοιχο πρώτο ντέρμπι, που έγινε πάλι στο ΣΕΦ, ο Ολυμπιακός θριάμβευσε με +25, εξασφαλίζοντας ουσιαστικά και το πλεονέκτημα έδρας, την ίδια ώρα που για τον Παναθηναϊκό αυτή η βαριά ήττα ήταν η αφορμή (όχι η αιτία) για την απομάκρυνση του Αργύρη Πεδουλάκη.
Τελικά το πρωτάθλημα, αλλά και το Κύπελλο, το πήρε ο Παναθηναϊκός και μάλιστα μέσα στο Φάληρο.
Υπήρξαν άλλωστε πολλοί που υποστήριξαν ότι εκείνο το +25 κοίμισε τον Ολυμπιακό και τον έκανε να επαναπαυθεί.
Παρεμπιπτόντως, για όλους αυτούς τους λόγους, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία για να αντιληφθεί κανείς ότι την περισσότερη πίεση, σε αυτές τις περιπτώσεις, την έχει ο γηπεδούχος, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση ο Ολυμπιακός.
Το βάρος γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν συνυπολογιστεί ότι, μετά τα δύο πρωταθλήματα που εξασφάλισαν επί Σφαιρόπουλου στο ΟΑΚΑ, οι Πειραιώτες έχουν χάσει συνολικά τρεις τίτλους μέσα στο ΣΕΦ.
Το περσινό πρωτάθλημα και τα δύο σερί Κύπελλα. Αντίθετα ο Παναθηναϊκός νιώθει περισσότερο τα αίματα να ανάβουν εξαιτίας της εσωτερικής κρίσης που δημιουργήθηκε και ενισχύθηκε από τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο, με τα νυχτοπερπατήματα τεσσάρων παικτών (Σίνγκλετον, Γκιστ, Τζέιμς, Καλάθη) στη Μόσχα.
Τα «κλειδιά»
Προσπαθώντας να σταθεί κανείς σε αγωνιστικά στοιχεία, τα οποία εύλογα είναι νωρίς για να έχουν παγιωθεί, το βασικό ζητούμενο του Ολυμπιακού, όχι μόνο για το συγκεκριμένο ματς, είναι ο χρόνος που θα χρειαστούν οι πολλοί νέοι ξένοι (μόνο ο Μιλουντίνοφ έμεινε) να αποδεχθούν τους ρόλους τους σε μια ομάδα όπου ο ελληνικός κορμός έχει το γενικό πρόσταγμα, ενώ του Παναθηναϊκού είναι η κάλυψη των διαστημάτων που ο Καλάθης θα χρειαστεί να παίρνει ανάσες και η διαπιστωμένη αδυναμία μέσα στη ρακέτα, εκεί όπου ο Πασκουάλ περιμένει πολλά από τον νέο αρχηγό, Ιαν Βουγιούκα, πους όμως δεν φημίζεται για τη σκληρότητά του, η οποία απαιτείται σε ματς με αντιπάλους επιπέδου Ευρωλίγκας.
Φυσικά, ένα από τα κεντρικά πρόσωπα του ντέρμπι θα είναι και ο Ματ Λοτζέσκι, ο οποίος ύστερα από τέσσερα χρόνια στα ερυθρόλευκα, επιστρέφει ως αντίπαλος με τη διάθεση να δείξει ότι ο σοβαρός τραυματισμός του, ο οποίος έγινε η αιτία να φύγει από το λιμάνι, είναι παρελθόν και δεν του έχει στερήσει τα χαρακτηριστικά που τόσα χρόνια τον έκαναν πολύτιμο.
Υπό μια έννοια, ίσως είναι ο μόνος τυχερός που το ματς δεν θα έχει οπαδούς του Ολυμπιακού, οι οποίοι δεν είδαν με καλό μάτι την απόφασή του να συνεχίσει στον «αιώνιο» αντίπαλο, παρότι η ομάδα τους τον άφησε να φύγει.
