Από τη μέρα της κλήρωσης άπαντες γνωρίζαμε την ποιότητα των ποδοσφαιριστών της Κροατίας. Με ποδοσφαιριστές που αγωνίζονται στα μεγαλύτερα πρωταθλήματα της Ευρώπης με ομάδες που πρωταγωνιστούν.
Οπως, για παράδειγμα, ο Λούκα Μόντριτς. Ωστόσο, βασιζόμασταν στο ότι η δική μας εθνική ομάδα ήταν «ομάδα». Ηταν και είναι κάτι που την χαρακτηρίζει ακόμα και μετά τον χθεσινό εφιάλτη.
Στο «Μάκσιμιρ» δεν είδαμε την Εθνική που έπαιξε στα ίσια δύο φορές το Βέλγιο και τη Βοσνία. Παρακολουθήσαμε ένα σύνολο που δεν ήξερε τι του γινόταν. Στην κυριολεξία.
Οι Κροάτες «έπνιξαν» τους Ελληνες διεθνείς, οι αντιδράσεις της άμυνας θύμιζαν… ερασιτεχνικό πρωτάθλημα και ο δημιουργικός τομέας –όπου ούτως ή άλλως πάσχουμε– ήταν ανύπαρκτος.
Κάπως έτσι ήρθε το 4-1 που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Ενα θαύμα πρέπει να συμβεί την Κυριακή στο «Καραϊσκάκη» για να ανατραπούν τα μέχρι τώρα δεδομένα.
Μια άμυνα που στην προκριματική φάση είχε δεχθεί συνολικά έξι γκολ, χθες είδε την εστία της να παραβιάζεται τέσσερις φορές. Η νίκη της Κροατίας ήρθε πολύ εύκολα. Τόσο εύκολα που ούτε και οι ίδιοι θα το φαντάζονταν.
Τα ατομικά λάθη διαδέχονταν το ένα το άλλο. Από πού να ξεκινήσει κάποιος και πού να τελειώσει. Και αν πριν από τη σέντρα, το σύστημα που επέλεξε ο Μίκαελ Σκίμπε ήταν ορθολογικό, στην πορεία αποδείχθηκε ότι «έμπαζε» από παντού.
Στη χειρότερη βραδιά τους με το εθνόσημο ο Μανιάτης, ο Τζαβέλλας, ο Σταφυλίδης.
Μόνο ο Ζέκα διασώθηκε από την τραγική εμφάνιση. Ακόμα και όταν ο Σκίμπε αναγκάστηκε να τον τοποθετήσει στο δεξί φτερό, ρόλος που δεν ταιριάζει στον μέσο της Κοπεγχάγης, προκειμένου να κάνει την Εθνική πιο επιθετική.
Δεν τα καταφέραμε. Δεν αποδώσαμε τα απαιτούμενα και πλέον στο «Καραϊσκάκη» πρέπει όλοι να υπερβάλουν εαυτόν για να φέρουν τα πάνω κάτω. «Mission impossible» με τα χθεσινά δεδομένα, για να λέμε την αλήθεια.