Ηταν καιρός η ελληνική Αριστερά και οι ηγέτες της να προσθέσουν στους λόγους τους οραματικά στοιχεία, έπειτα από μία διετία «κυβερνητισμού» και σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Τσίπρας και Δραγασάκης αξιοποίησαν στο έπακρο το Περιφερειακό Οικονομικό Συνέδριο της Κρήτης και, πέραν των εξαγγελιών για μεγάλα έργα υποδομής (ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης – Πελοποννήσου – Αττικής, Βόρειος Οδικός Αξονας κ.λπ.), έθεσαν στόχους για την ελληνική οικονομία, η εκπλήρωση των οποίων όχι μόνο θα αλλάξει την εικόνα της χώρας αλλά και θα ενισχύσει την κοινωνική συνοχή.
Επιχειρηματίες με τους οποίους συνομιλήσαμε, σημείωσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την πρωθυπουργική αναφορά στην «έναρξη της συζήτησης για την επόμενη μέρα».
Η συζήτηση, είπε ο κ. Τσίπρας, είναι κρίσιμη. Κάποιοι δεν θέλουν να την κάνουν, με γεια τους με χαρά τους, ανέφερε -προφανώς εννοούνται τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Εμείς, πρόσθεσε, θα την κάνουμε τη συζήτηση μεθοδικά και προγραμματισμένα με όσους έχουν ειλικρινή έγνοια και αγωνία για την επόμενη μέρα, αυτή δηλαδή που θα ακολουθήσει την έξοδο από τα Μνημόνια, τον Αύγουστο του 2018.
Ο Γιάννης Δραγασάκης ανακοίνωσε ότι στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Οικονομικής Πολιτικής (ΚΥΣΟΙΠ) έχει αποφασιστεί η δημιουργία φόρουμ για τη διασύνδεση του τουρισμού με την αγροδιατροφή και τη μεταποίηση, καθώς ο τουρισμός, όπως είπε, είναι η ατμομηχανή της ανάπτυξης και αποτελεί μακράν τον ηγετικό κλάδο.
Η επόμενη μέρα, λοιπόν, περιλαμβάνει ως έναν από τους κύριους στόχους της κυβέρνησης την ανάδειξη του τουρισμού, απόλυτα συνδεδεμένου με τη βιομηχανία (προφανώς των ειδών μεσογειακής διατροφής) και τη γεωργική παραγωγή.
Η Κρήτη, με τις μεγάλες επιτυχίες στην προσέλευση των τουριστών, στην παραγωγή λαδιού, ντομάτας κ.λπ. και στην ανάσχεση της ανεργίας (17% έναντι 21% στην υπόλοιπη χώρα), ήταν το πρόσφορο έδαφος για τις κυβερνητικές εξαγγελίες.
Βεβαίως (και αυτά δεν ειπώθηκαν στο αναπτυξιακό συνέδριο με το όνομά τους) η Κρήτη και οι Κρητικοί με τις κινητοποιήσεις τους δεν επέτρεψαν επ’ ουδενί να εγκατασταθεί μονάδα ηλεκτροπαραγωγής στο νησί (για να διαφυλαχθούν, έτσι, το περιβάλλον και η τουριστική ανάπτυξη), και υποχρέωσαν την υπόλοιπη Ελλάδα να «επιδοτήσει» τις ηλεκτρικές υποδομές της Κρήτης.
Σ’ έναν πρόσφατο απολογισμό διοικητικός παράγων της ΔΕΗ ανέφερε ότι το 50% της επιβάρυνσης των ελληνικών νοικοκυριών από τις περίφημες ΥΚΩ (Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας), όπως αυτή αναγράφεται στους λογαριασμούς ρεύματος, οφείλεται στο κόστος της μεταφοράς ενέργειας στην Κρήτη. Η επιβάρυνση αυτή θα εξαφανιστεί μόλις ποντιστούν τα καλώδια από Πελοπόννησο και Αττική. (Μένει η απορία γιατί ο κ. Τσίπρας μίλησε για μείωση της επιβάρυνσης από ΥΚΩ μόλις κατά 20%).
Οσο για τους ξενοδοχειακούς επιχειρηματίες (όχι μόνον της Κρήτης) δεν εμφανίζονται και πολύ φανατικοί πατριώτες. Στατιστικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο κ. Δραγασάκης δείχνουν ότι στην Ιταλία η διατροφή των τουριστών αποτελείται κατά 75% από ιταλικά προϊόντα ενώ στην Ελλάδα μόνον κατά 15%.
Κατά τα άλλα, πάμε από ρεκόρ σε ρεκόρ. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 5,3% και η ταξιδιωτική κίνηση (εισερχόμενη) κατά 10,2%. Ομως, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι παρουσίασε μείωση κατά 4,5%, χωρίς στην Ευρώπη, την Αμερική, την Κίνα και την Ιαπωνία να υπάρχει κρίση, capital controls κ.ο.κ. Τι συμβαίνει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας;
Οι παθογένειες της ελληνικής οικονομίας είναι γνωστές στο οικονομικό επιτελείο και είναι υπερπολλαπλάσιες των περίπου 130 προαπαιτούμενων που πρέπει να εκπληρωθούν στην τρίτη αξιολόγηση.
Ούτε μπορούν όλες να τεθούν στον δημόσιο διάλογο, που πρέπει να αρχίσει για την επόμενη μέρα της εξόδου από τα μνημόνια. Ούτε οι δανειστές μας το επιθυμούν.
Ο μελίρρυτος Γερούν Ντάισελμπλουμ, που επισκέφθηκε στις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας την Αθήνα, ήταν… αποκάλυψη, ανέφερε κυβερνητική πηγή.
Τόσο που μας ήρθε να αναφωνήσουμε εμείς «Γερούν γερά» αντί για τους γνωστούς δικούς μας «ευρωπαϊστές-γερουντιστές», πρόσθεσε με χιούμορ. Μοσκοβισί, Ντομπρόβσκις, Βίζερ συναγωνίστηκαν σε «καλά λόγια» για την ελληνική οικονομία και το κυβερνητικό έργο τον κ. Ντάισελμπλουμ. Οπως όμως έχει συμβεί και στο παρελθόν, ακολούθησαν όλοι την κοινή «γραμμή» που εκπονήθηκε στις Βρυξέλλες.
Οτι, δηλαδή, και μετά την έξοδο από το Μνημόνιο θα υπάρξει σκληρή εποπτεία της ελληνικής οικονομίας «μέχρι να αποπληρωθεί το 75% του ελληνικού δημόσιου χρέους», ενώ θα πρέπει να σημειωθεί «εμμονή στις μεταρρυθμίσεις» (δηλαδή στις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημοσιονομική προσαρμογή, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κ.λπ.). Ηταν το κοινοτικό μήνυμα προς τους εργαζόμενους να μην αρχίσουν τις διεκδικήσεις. Και ένα μήνυμα προς την κυβέρνηση να μη χαλαρώσει την πολιτική της λιτότητας.
Ηταν τόσο θορυβώδης η κοινοτική συγχορδία περί συνέχισης της «εποπτείας» (της Ν.Δ. της «ξέφυγε» καθότι ασχολήθηκε με το μαρτιάτικο ζεϊμπέκικο του κ. Κουρουμπλή, ενώ και η «Κεντροαριστερά» πνίγηκε στα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας), ώστε -όπως λέγεται- ο Ευκλ. Τσακαλώτος να παραπονεθεί στον κ. Ντάισελμπλουμ για τις επίτηδες «τονισμένες» αναφορές στην εποπτεία.
Το αποτέλεσμα ήταν -εν μέσω και της αμηχανίας που προκάλεσαν στα ευρωπαϊκά φόρουμ οι γερμανικές εκλογές- να επανατοποθετηθεί ο απερχόμενος (τον Ιανουάριο) πρόεδρος του Γιούρογκρουπ και να μιλήσει για «αυτονομία» της ελληνικής κυβέρνησης στη λήψη αποφάσεων.
Στους κυβερνητικούς κύκλους ωριμάζει η ιδέα της συζήτησης για το τι πρέπει να γίνει μετά την έξοδο, ιδιαίτερα μετά τις ενθαρρυντικές δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων ότι «η οικονομία πάει καλά» και ότι η τρίτη αξιολόγηση μπορεί να περατωθεί μέχρι τέλος του χρόνου, άρα ο εναπομένων χρόνος μπορεί να «διατεθεί» για τη διακρίβωση και τον προσδιορισμό του νέου τοπίου στην ελληνική οικονομία. Την ιδέα ενίσχυσε η αναφορά του πρωθυπουργού για την επόμενη μέρα.
Δεν λείπουν, όμως, οι ενστάσεις. Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζουν «νοητικό άλμα» τη συζήτηση για την πορεία μετά τον Αύγουστο του 2018, όταν δεν έχει ξεκαθαρίσει καν το εν διαμορφώσει τοπίο της περιόδου που διανύουμε.
Θα πάμε στο 2019 με ή χωρίς ελάφρυνση χρέους;
Θα ζητήσουμε σμίκρυνση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 2% αντί του 3,5%;
Θα σχεδιάσουμε τη σταδιακή ανάκτηση της χαμένης αγοραστικής δύναμης, που μόλις προχθές ο κ. Τσίπρας προσδιόρισε σε 45%; Θα ξεκαθαρίσουμε τη στάση του ΔΝΤ, από την οποία εξαρτάται η περικοπή των συντάξεων και η μείωση του αφορολογήτου;
Θα σχεδιάσουμε μείωση της φορολογίας εισοδήματος και του ΕΝΦΙΑ;
Σε ποιο ποσό και ποιότητα επενδύσεων θα στοχεύσουμε ώστε να μειωθεί η ανεργία κάτω του 19%; Θα μιμηθούμε τους αρχαίους προγόνους και θα εφαρμόσουμε ή όχι, έστω και μερική, σεισάχθεια των «κόκκινων» δανείων;
Θα προωθήσουμε ρυθμίσεις εξάλειψης των απορρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και μέτρα αποτροπής νέων μνημονίων (δημιουργία μαξιλαριού για έξοδο στις αγορές); Θα προσδιορίσουμε επιτέλους τις στρατηγικού χαρακτήρα ΔΕΚΟ, οι οποίες θα παραμένουν στο Δημόσιο και στη διαχείρισή του;
Ολοι πάντως στην κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να θεωρούν ότι η «εκκαθάριση» όλων αυτών δεν κινείται στο πεδίο του ρεαλισμού. Ορισμένα απ’ αυτά θα εκληφθούν ως ατομικές βόμβες από τους δανειστές και συνακόλουθα τις αγορές.
Μήπως, αναρωτιούνται, είναι πιο φρόνιμο να συσταθούν και να εργαστούν από τώρα μέχρι τον Αύγουστο ομάδες εργασίας που θα καταρτίσουν νομοθετήματα απεμπλοκής, τα οποία θα ψηφίζονται -λαμβανομένων υπόψη των τότε συνθηκών και ευχερειών- από τον Σεπτέμβριο του 2018;
Μήπως, στο πλαίσιο μιας μελέτης για τις επιπτώσεις του Brexit και στην ελληνική οικονομία, μπορέσουμε να ιχνηλατήσουμε αντέχοντας και τις επιπτώσεις ενός δικού μας ευρωπαϊκού δρόμου εκτός των μνημονιακών Συμπληγάδων;
