Γράφω, γιατί είναι ο μόνος τρόπος να αφανίσω την επιθυμία μου για γραφή και δεν τα καταφέρνω. Οπως δεν έχω καταφέρει να γράφω άφοβα, επειδή «γράφω» σημαίνει «φοβάμαι». Αναγκάζομαι, λοιπόν, να εμπαίζω τον εαυτό μου, παίζοντας με τη γραφή και μπαινοβγαίνοντας στη γραφή, παρ’ ότι η γραφή είναι αδιέξοδο. Προσπαθώ ωστόσο, γράφοντας, να λαμβάνω υπ’ όψιν μου τρεις προκαταρκτικές ερωτήσεις:
- α) ποιος;
- β) πού;
- γ) για ποια περίπτωση;
Απαντώ, για να μη μακρηγορώ, στην τρίτη ερώτηση, διότι θεωρώ τις απαντήσεις των δύο προηγουμένων αυτονόητες.
Γράφω, για να διατυπώσω το είδος της εξέγερσής μου σε αυτή την αφασική κοινωνία. Είναι καθαρά γλωσσικό. Διότι η γλώσσα «κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Σαν τον Προκρούστη, βασανίζω τη γλώσσα και βασανίζομαι. Εννοείται πως δεν περιμένω καμία λύτρωση. Η σωτηρία της ψυχής δεν είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Μεγάλη είναι η υπομονή μου να συνεχίσω και εδώ, με μια μετατόπιση της υπογραφής που θεώρησα αναγκαία.
Πάντα επεδίωκα να είμαι «άλλος» σε σχέση με το «εγώ» μου (alter ego) σε πείσμα του Nόμου, που είναι ίδιος κι ανέραστος σαν τις «δράσεις» ενός Εθνικού που, όπως διαβεβαίωνε ο πρόεδρός του, «δεν έχει βρει το στίγμα του», μιας Στέγης, που το έχει παραβρεί, της Λυρικής που πρέπει να το χάσει, ενός Μεγάρου σε αναζήτηση στέγης και ενός Φεστιβάλ που υποδύεται το Φεστιβάλ.
Αλλά τον λόγο για τον οποίο το Φεστιβάλ Αθηνών υποδύθηκε το Φεστιβάλ (κι όχι το «Θέατρο του Νέου Κόσμου») τον αφήνω για τη συνέχεια, συνυπογράφοντας την άποψη του Γρηγόρη Ιωαννίδη «άλλο να το βλέπεις… κι άλλο να νιώθεις μέλος του καθώς απουσιάζει ο σαφής καλλιτεχνικός του άξονας» («Εφ.Συν.», 21-08-2017).
Συνυπογράφοντας τον Ιωαννίδη, αλλά κυρίως διαγράφοντας από ένα άλλο φύλλο της (5-09-2017), τη διατράνωση της «δικαίωσής» της ως προς την παραπομπή του Γιώργου Λούκου από τον εισαγγελέα σε δίκη για κακούργημα. Δεν χρειαζόταν. Οχι γιατί το Συμβούλιο Εφετών ενδέχεται να μην αποφασίσει την παραπομπή, αλλά γιατί το δημοσίευμα, εμένα τουλάχιστον, με παρέπεμψε αλλού…
