Στεκόταν διστακτική και αβέβαιη. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να περάσει απέναντι. Τα αυτοκίνητα περνούσαν μπροστά μας με διαφορετικές ταχύτητες. Αλλο πιο γρήγορα, άλλο πιο αργά, δεν ήταν για να τα εμπιστεύεται κανείς. Η ηλικιωμένη γυναίκα έκανε μικρές δειλές κινήσεις μπρος-πίσω, αλλά δεν το αποφάσιζε. Κάποιοι άλλοι βιαστικοί το τολμούσαν.
Ετσι της πρόσφερα το χέρι μου να περάσουμε μαζί τον δρόμο. Μια επαφή που όταν φτάσαμε στην άλλη όχθη του «ποταμού» δεν διακόπηκε αμέσως. Σαν να μη θέλαμε να αφήσουμε την ασφάλεια που έδινε η μία στην άλλη. Με ευχαρίστησε. Αλλά δεν χωρίσαμε, τραβήξαμε προς την ίδια κατεύθυνση. Πήγατε κάπου διακοπές; τη ρώτησα.
Εκείνη κοντοστάθηκε, χαμογέλασε και κοίταξε πίσω μας σαν να περίμενε κάποιον να της φέρει μια λέξη που είχε ξεχάσει. Αρχισε να μιλάει. Χρησιμοποιώντας λίγες απλές φράσεις μου αφηγήθηκε την ιστορία της ζωής της. Χωρίς παύσεις ή κομπιάσματα.
Κι έτσι έμαθα για ένα κορίτσι που δούλευε από τα δεκατέσσερα, που γάζωνε στολές σε μια βιοτεχνία, που έκλαιγε μόνη τα βράδια σε ένα κρύο δωμάτιο, που έχασε τον άντρα που αγαπούσε πριν από δέκα χρόνια, που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά.
Εμαθα για τη μοναξιά που κάποιες φορές δεν πρέπει να τη φοβόμαστε, γιατί έρχεται να μας προστατέψει όταν χάνουμε την ελπίδα και την αισιοδοξία μας. Κι έμαθα επίσης πως κάποιοι άνθρωποι είναι πολύ δυνατοί, έστω κι αν δειλιάζουν κάποιες φορές να περάσουν τον δρόμο.
Κατέβασε το κεφάλι της σαν αυτή η μικρή εξομολόγηση να την είχε εξαντλήσει. Σαν κουρασμένη μονομάχος, που δεν την ενδιαφέρει πια σε ποια κατεύθυνση, προς τα πάνω ή προς τα κάτω, θα δείξει ο αντίχειρας που θα κρίνει την τύχη της. Σαν να στοχαζόταν κι αυτή η ίδια τα λόγια που είχε ξεστομίσει σε μια άγνωστη γυναίκα.
Ενιωσα πως κάτι έπρεπε να πω. Μα τίποτα απ’ όλα αυτά τα τυπικά που λέμε δεν μου ταίριαζε. Δεν της ταίριαζε. Της έσφιξα το χέρι, όχι γιατί το είχε ανάγκη εκείνη, αλλά εγώ. Στην πραγματικότητα ένιωσα ότι εμένα βοήθησε να περάσω «απέναντι».
Να δω με άλλη ματιά τη ζωή και την καθημερινότητά μας. Ισως χρειάζεται κάποιες φορές να απλώσεις το χέρι σου σ’ έναν άγνωστο άνθρωπο για να καταλάβεις λίγο από το μυστήριο και το μεγαλείο της ζωής. Ισως υπάρχουν άγνωστες δυνάμεις που φέρνουν κοντά τους ανθρώπους και μας δίνουν κουράγιο.
