Γνωρίζω τον συγγραφέα Ρ. εδώ και πολλά χρόνια. Κάθε τόσο βλεπόμαστε και μιλάμε για βιβλία και λογοτεχνία, σαν να κάναμε μια κατάθεση ψυχής, ανταλλάσσοντας εντυπώσεις για το ένα ή το άλλο βιβλίο, περισσότερο αν ο άλλος είναι στην ίδια γραμμή και αν το feeling της λογοτεχνίας είναι πάντα το ίδιο, παρά για να εκφράσουμε μια κριτική άποψη.
Τελευταία φορά που βρεθήκαμε υποστήριζε ότι κάθε πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι, κατά κάποιον τρόπο, η ανάληψη μιας ευθύνης, γιατί όλα τα υπόλοιπα βιβλία που θα γράψει θα εξαρτώνται απ’ αυτό το πρώτο, ή για να αναπτύξει τις προθέσεις του ή για να τις αντικρούσει ή έστω για να τις αποποιηθεί.
Μετά μιλήσαμε για κείνη τη στιγμή κατά την οποία ένας συγγραφέας αποφασίζει, ακριβώς για πρώτη φορά, να αφηγηθεί μια ιστορία. Φυσικά όταν, τρόπος του λέγειν, επιλέγει το υλικό, την πλοκή, τη γλώσσα του πρώτου βιβλίου, ποιος είναι εκείνος που κάνει την επιλογή και από ποιους παράγοντες εξαρτάται;
Θα σήμαινε, όπως λέει ο φίλος μου ο Ρ., ότι αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία αλλά εξαρτάται από τις εμπειρίες της ζωής, που μας προσέφεραν διάφορες ιδέες που θέλουμε να διηγηθούμε.
Ομως, του απάντησα, μερικές φορές η επιλογή δεν εξαρτάται από τη ζωή αλλά από την κουλτούρα, από εκείνα τα πράγματα που αποκόμισε από άλλα βιβλία. Μάλιστα, υποστήριξα με θέρμη, κάθε βιβλίο προέρχεται από ένα άλλο, και όλα τα βιβλία που έχουν γραφεί αποτελούν μέσα στον χρόνο μια μακρά αλυσίδα στην οποία το ένα είναι δεμένο με το άλλο και συνομιλεί με το άλλο.
Τελικά, η βιογραφία ενός συγγραφέα είναι ή δεν είναι σημαντική για να καταλάβουμε από πού προέρχεται η έμπνευσή του;
Σύμφωνα με μερικούς (Σεντ-Μπεβ) η βιογραφία είναι πολύ σημαντική∙ για άλλους (Προυστ) το εγώ που γράφει είναι διαφορετικό από το εγώ που ζει. Κι ίσως αυτό ήθελε να πει ο Ρεμπό όταν έγραψε: Je est un autre. Ισως μιλούσε για το εγώ που γράφει.
Αλλά, έλεγε ο Ρ., αν το εγώ που γράφει είναι διαφορετικό από το προσωπικό εγώ, υπάρχει κι ένα άλλο εγώ, κι αυτό διαφορετικό από τα άλλα δύο, το εγώ που αφηγείται. Οπως φαίνεται, ο φίλος μου ο Ρ. είναι ειδικός στις λεπτές διαφοροποιήσεις.
Τα πράγματα μαζί του μπερδεύονται γιατί βρίσκει ευχαρίστηση στο να παίζει, όπως ένας γάτος, μ’ ένα κουβάρι μαλλί, και για την επόμενη ευχαρίστηση, κοινή σε πολλούς λογοτέχνες, να επιδοθεί σ’ εκείνο το παιχνίδι υπομονής αναγκαίο για να απελευθερωθεί από τον ζυγό του γραψίματος.
*ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
