Κι όμως ακόμη παραμένει στην ευρωπαϊκή Ελλάδα, του ζεστού κλίματος, απίθανο το αυτονόητο: να έχουν τα μέσα μεταφοράς κλιματισμό!
Διάβαζα την επιστολή-διαμαρτυρία-διεκδίκηση της Μαρίας Μοιρισκλάβου στην εφημερίδα μας σχετικά με την ταλαιπωρία της στην ΤΡΑΙΝΟΣΕ και την έκανα εικόνα.
Την έβλεπα να πηγαινοέρχεται σε βαγόνια-καμίνια για να βρει κάποιον υπεύθυνο(;) να τον ενημερώσει για τη δύσκολη κατάσταση ευάλωτων στη ζέστη συνεπιβατών της, να αντιπαρατίθεται, να αρνείται την «καραμέλα» που της πρόφεραν να τη μεταφέρουν -εκείνη, μόνο εκείνη, επειδή παραπονιόταν- σε ένα καλύτερο βαγόνι.
Διάβαζα και έκανα εικόνα εκείνους τους «υπεύθυνους», με το αρχικά ευγενικό βλέμμα που σε λίγο αρχίζει να ξερνάει ενόχληση, απαξίωση και αϊσιχτίρια.
Διάβαζα κι έκανα εικόνα τους μπαϊλντισμένους επιβάτες, λουσμένους στον ιδρώτα, τα διαφημιστικά φυλλάδια, εφημερίδες, περιοδικά να γίνονται βεντάλιες μπροστά στα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα.
Διάβαζα και τους όρους μεταφοράς με τις αμαξοστοιχίες της ΤΡΑΙΝΟΣΕ «Τι πρέπει να γνωρίζετε όταν ταξιδεύετε μαζί μας»… Οτι «έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Κανονισμού […] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου […] σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των επιβατών σιδηροδρομικών γραμμών, με την επιφύλαξη των ισχυουσών για την Ελλάδα εξαιρέσεων»…
Αυτό είναι, είμαστε οι εξαιρέσεις.
Και ότι «οι επιβάτες πρέπει να τηρούν τους νόμους και τις ισχύουσες κανονιστικές διατάξεις και να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις του προσωπικού της ΤΡΑΙΝΟΣΕ».
Οταν, δηλαδή, ο υπάλληλος εκνευρισμένος από την επιβάτιδα που πίστευε ότι έχει δικαιώματα της είπε να κατεβεί από το τρένο αν δεν της αρέσει -το ψήσιμο-, εκείνη έπρεπε να υπακούσει.
Δεν υπάκουσε η κ. Μοιρισκλάβου, ούτε καν στον ετυμολογικό προσδιορισμό του επιθέτου της, και διεκδικεί το ελάχιστο: το αντίτιμο του εισιτηρίου της.
