Τι κι αν φώναζε ο Θ. Μαργαρίτης από μικροφώνου «τα ραντεβού έξω, σύντροφοι…» στην έναρξη του συνεδρίου της Δημοκρατικής Συμπαράταξης· οι σύνεδροι δροσίζονταν σε πηγαδάκια εντός.
Εδώ που τα λέμε, πού να βγει κανείς ραντεβού έξω αυτές τις μέρες με τέτοιο καύσωνα. «Ασπαστήκαμε» τον κλιματισμό ακόμα και οι πιο φανατικοί του ανεμιστήρα.
Επιτέλους το θερμόμετρο έχει αρχίσει να κατεβαίνει, «σε κανονικές συνθήκες για την εποχή», λένε οι μετεωρολόγοι.
Σε κανονικές συνθήκες για την εποχή, λοιπόν, οι σύνεδροι της Δημοκρατικής Συμπαράταξης θα εκτιμήσουν τα ραντεβού τους και τα όσα ειπώθηκαν, αλλά και εμείς οι υπόλοιποι θα αναπνεύσουμε λίγο καλύτερα στο κέντρο και τις συνοικίες.
Θα ’ρθει, λένε, επίσης αέρας από τη θάλασσα, ο μπάτης. Ο μπάτης του Γιώργου Σεφέρη ή της Ιωάννας Γεωργακοπούλου.
Αλλοι θα τραγουδούν: «Ωραία που φύσηξε ο μπάτης και σβήστηκε η γραφή/ Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος· πήραμε τη ζωή μας – λάθος! κι αλλάξαμε ζωή», κι άλλοι: «Φυσάει ο μπάτης, φυσάει τ’ αγέρι, τρελό, μικρό μου, γλυκό μου ταίρι/Φυσάει ο μπάτης μπρος στ’ ακρογιάλι, τρελό μικρό μου με πιάνει ζάλη».
Ακόμα και σε «συνθήκες βρασμού» οι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων πλημμύρισαν τις κοντινές παραλίες.
«Μα δεν ζεσταίνεστε;», ρωτούσαν οι καταϊδρωμένοι ρεπόρτερ των τηλεοπτικών καναλιών. «Δεν είναι το ίδιο άμα είσαι κοντά στη θάλασσα», απαντούσαν οι κατακόκκινοι από τον ήλιο λουόμενοι.
Μεγάλη ανακούφιση το νερό. Το κοιτάς και δροσίζεσαι. Σαν τον Λάζαρο, ήρωα του Χ. Οικονόμου, που δεν χάνει το κουράγιο του και επαναλαμβάνει συνεχώς τον τίτλο του διηγήματος «Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα», ως αντίδοτο στην απαισιοδοξία και την απελπισία μιας «καυτής» υλιστικής εποχής.
Καλοδεχούμενος λοιπόν ο μπάτης, για να μας δροσίσει.
