Δεν θα κερδίσει ποτέ τα πρωτοσέλιδα, δεν θα γίνει ποτέ κλασική λογοτεχνία, θα χαθεί κι αυτό πίσω από τις απόμακρες «κατηγοριοποιήσεις» (ομάδες ανθρώπων ή ζώων) με τις οποίες, αφαιρώντας την ιδιοπροσωπία (αυτόν τον όρο ουσιαστικής ένταξης σε σύνολο) ξεμπερδεύουμε εύκολα με τα «άλλα» πλάσματα, δίποδα ή τετράποδα. Αντανακλάσεις μιας ετερότητας που δεν έχουμε ούτε τον χρόνο ούτε την ικανότητα όχι μόνο να την κοιτάξουμε, αλλά και να τη «δούμε».
Hταν κάποτε ένας άστεγος πιτσιρίκος λοιπόν. Τον έλεγαν «Αρίστο». Είχε βρει απάγκιο στην είσοδο ενός σούπερ μάρκετ. Πολύ φοβισμένος στην αρχή. Πώς να εμπιστευτεί τη μεγάλη απειλή των ανθρώπων; Να είσαι σκληρός και πονηρός αν θες να επιβιώσεις! θα ’ταν η σοφή μητρική συμβουλή.
Κι ύστερα βρέθηκε μια εργαζόμενη εκεί. Που κάθε πρωί τού πήγαινε μεζεδάκια και του ψιθύριζε λόγια γλυκά. Κι ο Αρίστος την ερωτεύτηκε και την άφηνε, ντροπαλός κι αμήχανος, να τον χαϊδέψει. Πόσο μαλακά μπορούσαν να ‘ναι τα ανθρώπινα χέρια! Κι όπως κάθε ερωτευμένος έκανε το απίστευτο. Αγάπησε κι εμπιστεύτηκε όλο τον κόσμο!
Κάθε πρωί περίμενε με τη σειρά υπαλλήλους και πελάτες να ανταλλάξει μαζί τους κουτουλίτσες, να τους προσφέρει ως αντίδωρο για τα χάδια ένα χαμόγελο που ερχόταν κατευθείαν από τα παιδικάτα τους στα όλο και συχνότερα συννεφιασμένα πρόσωπά τους. Γιατί «παρέλειψα» να πω ότι ο Αρίστος ήταν γάτος. Κι αφηνόταν. Τυφλά. Ηταν ζήτημα εμπιστοσύνης λοιπόν. Κι όπως κάθε ζήτημα εμπιστοσύνης, (ιδίως σαν αφορά τη δυναμική ψευδο-ισορροπία αδύναμων και δυνατών) ήταν και ζήτημα τιμής. Των δυνατών.
Αλλά σε μια ανθρωπότητα που κάγχασε όταν πρωτάκουσε για τα δικαιώματα των ανθρώπων ή των εργατών, των μαύρων ή των γυναικών, των παιδιών ή των αναπήρων, είναι πολύ νωρίς να κρατιέται η τιμή απέναντι στα ζώα.
Ιδωμένα μέσα από γενικές κατηγορίες είδους που αποκαλύπτουν την άγνοια κι όχι τη γνώση μας, και χρησιμοποιημένα από ποιητές και φιλοσόφους (ως σύμβολο μιας ακόμη κυνηγημένης ετερότητας) για να εκφράσουν την ομορφιά και την ελευθερία όποιας φύσης δεν έχει εξολοθρευτεί ακόμη από την ακραία εκβιομηχάνιση και τις αιώνιες συμβάσεις της ενήλικης ζωής, τα ζώα θυσιάζονται εύκολα…
Το ίδιο συνέβη και με τον Αρίστο. Εμπιστεύτηκε το χέρι που τον δηλητηρίασε τον Αύγουστο αυτόν. Εμπιστεύτηκε τον φονιά του. Δεν ξέρω αν ένιωθε ξεγελασμένος από την «τιμή» των ανθρώπων τις τελευταίες του στιγμές. Δεν γνωρίζω αν θυμήθηκε την πολύτιμη φοβία των πρώτων μηνών του. Ισως και να μην καταλάβαινε τίποτε πέρα από τον οξύ πόνο των σπλάχνων. Και σίγουρα δεν θα ερωτευτεί ποτέ ξανά…
