Μία μέρα μετά την πρωτοφανή πολιτική παρέμβαση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και της πολιτικής της ταύτισης με τη Ν.Δ., πραγματοποιήθηκε η προ ημερών προγραμματισμένη συνέντευξη Τύπου του προέδρου του ΣτΕ Νικόλαου Σακελλαρίου, ο οποίος είχε επιλέξει να πάρει θέση στο θέμα των ημερών.
Αν και προσπάθησε, λοιπόν, να κρατήσει αποστάσεις και από την κυβέρνηση αλλά και από το συνδικαλιστικό όργανο των δικαστών, καλώντας να πέσουν οι τόνοι, ο κ. Σακελλαρίου δεν απέφυγε τελικά, κυρίως με την εισαγωγική του τοποθέτηση, τη σαφή σύμπλευση με τις θέσεις του προεδρείου της Ενωσης Δικαστών, κάνοντας λόγω για «άνευ προηγουμένου επιθέσεις κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της».
Ετσι ξεκίνησε την τοποθέτησή του, θυμίζοντας την επέτειο της Δημοκρατίας για να καταδικάσει «με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο τις παντελώς αδικαιολόγητες αυτές επιθέσεις από όπου και αν προέρχονται, επιθέσεις οι οποίες στρέφονται ευθέως κατά του κράτους δικαίου, θεμελιώδης πυλώνας του οποίου είναι η ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, στη μείωση του κύρους της οποίας προδήλως αποβλέπουν». Δήλωση που αποτέλεσε το νέο «πολεμοφόδιο» για την παρέμβαση του προέδρου της Ν.Δ., Κυριάκου Μητσοτάκη, που ακολούθησε.
Στο ίδιο πλαίσιο ο κ. Σακελλαρίου μίλησε για «άκριτες ενέργειες, λοιδορίες, αδικαιολόγητους και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, αλλά και προσβλητικούς για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης υπαινιγμούς περί δήθεν αρνήσεώς τους να εκπληρώσουν βασικές υποχρεώσεις τους», ενώ κάλεσε «οι απρόκλητες αυτές επιθέσεις […] να παύσουν αμέσως», παίρνοντας ωστόσο στη συνέχεια αποστάσεις, μιλώντας για «απαράδεκτη και στείρα αντιπαράθεση μεταξύ της κυβερνήσεως και της Δικαιοσύνης».
Ετσι, ο πρόεδρος του ΣτΕ κάλεσε «όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να επιδείξουν τη δέουσα αυτοσυγκράτηση», καθώς και να «περιορίζονται αυστηρά και μόνον στον θεσμικό ρόλο που τους επιφυλάσσει το ίδιο το Σύνταγμα», ενώ ανέφερε ότι «η Δικαιοσύνη δεν διεκδικεί το αλάθητο των αποφάσεών της και όχι μόνον δεν αποκρούει, αλλά αντιθέτως επιδιώκει την καλοπροαίρετη επιστημονική κριτική των αποφάσεών της, η οποία αναμφισβήτητα συμβάλλει στην διαρκή βελτίωσή της».
Κι έπειτα άφησε σαφείς αιχμές για τις έντονα πολιτικά χρωματισμένες ανακοινώσεις δικαστικών λειτουργών με αποκορύφωμα την προχθεσινή ανακοίνωση της Ενωσης Δικαστών, λέγοντας ότι «οι δικαστές ούτε αντιπολιτεύονται, ούτε όμως και συμπολιτεύονται.
Οφείλουν και πρέπει να είναι πολιτικά ουδέτεροι». Ανέφερε ακόμα ότι «ο δικαστής πρέπει να σκέπτεται και να ενεργεί ως τρίτο πρόσωπο, να δρα δηλαδή κατά τρόπο αντικειμενικό και ουδέτερο και να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδους επηρεασμό, ακόμη και από εκείνον που προέρχεται από την ατομική του ιδιοσυγκρασία».
Παράλληλα είπε ότι η εποχή των μνημονίων είναι «η εποχή της επικράτησης του οικονομικού επί του θεσμικού παράγοντος, η οποία έχει οδηγήσει σε πρωτοφανή υποχώρηση του κράτους δικαίου και ιδίως του κοινωνικού κράτους». Υπενθυμίζουμε ότι ο κ. Σακελλαρίου είχε βρεθεί στο στόχαστρο του Ευάγγ. Βενιζέλου, διότι είχε απλώς δηλώσει (Οκτώβριος 2016) ότι οι δικαστές πρέπει «να πιάσουμε το σφυγμό της ελληνικής κοινωνίας».
Τέλος, ο πρόεδρος του ΣτΕ δήλωσε ότι «θεωρούμε εξαιρετικά επικίνδυνο κάθε συνταγματικό πειραματισμό, ο οποίος θα οδηγούσε σε έλλειμμα Δικαιοσύνης», προσθέτοντας ότι «το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο είναι απολύτως επαρκές για να αντιμετωπιστεί η κρίσις και η αποτελεσματική λειτουργία του εξασφαλίζεται πλήρως από την ανεξάρτητο Δικαιοσύνη». Αλλά εδώ εκφράζει βέβαια τους πάγιους φόβους δικαστικών κύκλων που τάσσονται κατά της δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου.
Την ίδια ώρα, τη στάση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων καταγγέλλουν πέντε μέλη της, ξεκαθαρίζοντας ότι οι ίδιοι δεν συνυπογράφουν την ανακοίνωσή της, για την οποία επισημαίνουν ότι το ύφος «σε καμία περίπτωση δεν αρμόζει σε Ενωση Δικαστικών Λειτουργών και Εισαγγελέων».
Οι πέντε διαφωνούντες
Ειδικότερα ο αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερίκος και οι Χαράλαμπος Μαυρίδης, Ευάγγελος Κασαλιάς, Χρήστος Παπαδήμας και Σταματία Γκαρά-Δημουλέα τονίζουν ότι σκοπός του προεδρείου της Ενωσης είναι «να υπερασπίζεται αποτελεσματικά το κύρος της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της απέναντι σε όποιον προσπαθεί να το τρώσει, εμπεδώνοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων στη Δικαστική Λειτουργία και όχι να γίνεται μέρος του πολιτικού προβλήματος της χώρας, όπως στην προκειμένη περίπτωση».
Προσθέτουν ακόμα ότι «οι ανεπίτρεπτες ευθείες βολές, που δέχθηκε, ως μη όφειλε, τις τελευταίες ημέρες η Δικαιοσύνη από κυβερνητικούς και άλλους γραφικούς πλέον παράγοντες, με αφορμή συγκεκριμένες δικαστικές αποφάσεις και δη ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, δεν νομιμοποιούν το προεδρείο της Ενωσης να υπερβαίνει τον προαναφερόμενο σκοπό του και να θέτει τη δικαστική λειτουργία στο μέσο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης» και καταγγέλλουν το προεδρείο για «ανεπάρκεια», λέγοντας ότι «η αυταπόδεικτη ανεπάρκειά του δεν του επιτρέπει να αντιληφθεί ότι η Ενωσή μας πρέπει ν’ αποτελεί φωνή σύνεσης, σοβαρότητας και σωφροσύνης, με αποφυγή ακραίων και υπερβολικών δηλώσεων (Τουρκία και Πολωνία), όπως εν προκειμένω, με αποτέλεσμα να έχει εκπέσει του σεβασμού όλων».
Το καλούν λοιπόν «να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και του σκοπού του, υπερασπιζόμενο, ως έχει καθήκον, στο ακέραιο το κύρος της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, με πειστικά επιχειρήματα, ευπρέπεια και ήθος χωρίς να μετέρχεται ύφος και φρασεολογία απάδουσα και κατώτερη του κύρους της και του θεσμού που εκπροσωπεί».
