Εκανε καλά που βγήκε στις αγορές; Επιτυχής ή όχι η έξοδος; Και σε πιο σύνθετη μορφή: Υπάρχουν στην εθνική οικονομία βάσεις για διαρκή και διατηρήσιμη πρόσβαση στις αγορές χρήματος; Αλλά και, γιατί τα θέλουμε τα δάνεια;
Σε πολιτικό habitus κυριαρχούμενο από αυτονομημένα οικονομικά συμφέροντα που υπερκαθορίζουν τις προτεραιότητες των επιλογών στην Ε.Ε., αν μη τι άλλο, οποιαδήποτε απάντηση κινδυνεύει να αυτοδιαψευσθεί∙ να είναι εσφαλμένη –ίσως και διχαστική· ακόμα κι αν ο πυρήνας της είναι σωστός. Το ίδιο ισχύει και για τις εθνικές πολιτικές.
Ας αποσαφηνίσουμε εδώ ότι τα περισσότερα από τα παραπάνω σχετικά ερωτήματα πάσχουν ως προς την ουσία τους. Αλλά, ακόμα κι αν δραπετεύσουμε από τον σχετικισμό υπέρ του πραγματισμού, ας αναγνωρίσουμε ότι δεν υπάρχουν μονοσήμαντες απαντήσεις∙ ειδικά όταν τα ερωτήματα γίνονται σε άμορφα δημοσιονομικά τοπία.
Τι εννοώ; Οτι η ενιαία αγορά και το κοινό νόμισμα δεν συνοδεύτηκαν από ενιαία δημοσιονομική πολιτική. Οι εθνικές πολιτικές πήραν προϋπολογισμούς, φορολογία και το δημόσιο χρέος∙ πολιτικές που βρίσκονταν στον πυρήνα της κυριαρχίας την οποία οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών (οι πολιτικοί) δεν ήθελαν να θυσιάσουν.
Η αντίδραση της υπερεθνικοποίησης στην Ε.Ε. έγινε de facto με το Σύμφωνο Δημοσιονομικής Σταθερότητας που η καγκελάριος Ανγκελα Μέρκελ φόρεσε ως «χρυσό κανόνα» (γιατρικό, δηλητήριο, one size fits all) σε όλες τις χώρες από το 2013, μεταξύ των οποίων και στην υπερχρεωμένη και αφερέγγυα Ελλάδα. Εάν δεν το φορούσε η χώρα, δεν θα δικαιούνταν οικονομική βοήθεια από τον μόνιμο Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).
Επομένως, τι συζητάμε; Στην περίπτωση αποκλίσεων ενός κράτους-μέλους, ενεργοποιούνται αυτομάτως διορθωτικά μέτρα, δηλαδή αυξήσεις φόρων και περικοπές δαπανών που αντιστρατεύονται τις δυνατότητες ανάπτυξης, και τα οποία θα αποφασίζονται από το απείθαρχο μέλος με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Τώρα, στα τρέχοντα. Η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να νιώθει ικανοποιημένη: «Είπαμε θα βγούμε στις αγορές και βγήκαμε», παρά το γεγονός ότι οι αγορές δεν έγιναν ενάρετες.
Και η αντιπολίτευση έχει κάθε λόγο να ανεβαίνει στα κάγκελα: «Ο Τσίπρας δανείστηκε 3 δισ. με επιτόκιο 4,625%, ενώ από την τρόικα τα παίρνουμε με μικρότερο και οι Πορτογάλοι δανείζονται με 1,5%» κ.λπ.
Τέλος, οι πιστωτές, ο κομισάριος Δημοσιονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί –κυρίως οι Γερμανοί· έχουν κάθε λόγο να πουν στα ακροατήριά τους ότι «ορίστε, πέτυχε το πρόγραμμα της Ελλάδας» κι ας ξέρουν ότι δεν πέτυχε. Ολα αυτά είναι αιτιάσεις ενός παιγνίου που είναι μίζερο. Σίγουρα δεν ωφελούν την Ελλάδα.
Ποιο είναι το προφανές; Οτι για να μπει ένα χρέος σε βιώσιμη πορεία σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η χώρα δεν θα δανείζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα∙ και αυτό δεν γίνεται.
Επιπλέον, εκτός από το ήδη υπάρχον ύψος, το επίπεδο ενός χρέους μπορεί να υποστεί μεγάλες αποκλίσεις για οποιαδήποτε αιτία, με αποτέλεσμα η ερμηνεία της βιωσιμότητάς του να παραμένει πάντα ένας γρίφος. Βέβαια, ειδικά στην Ελλάδα τίθεται σαφώς η μη βιωσιμότητα από την κυβέρνηση και το ΔΝΤ, αλλά για διαφορετικούς λόγους από κάθε πλευρά.
Κοντολογίς, τα πράγματα είναι πέραν του διαζευκτικού «επιτυχία-πανωλεθρία». Και είναι παράδοξο να λες ότι «η έξοδος στις αγορές θα ήταν θετική μόνο αν υπήρχε έξοδος της σημερινής κυβέρνησης από την εξουσία», γιατί απλά είναι σαν να θες να διαιωνίσεις τα χάλια που δημιούργησες όταν κυβερνούσες.
Θα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώνουμε με την αχυρολογία που δεν απαντάει σε κανένα πρόβλημα της Ελλάδας, της μεσογειακής πίκρας. Που δεν θα απαντήσει στα αδιέξοδα Ευρώπης, με την Αριστερά έξω και αποτυχημένη.
Και επιπλέον θα πρέπει να δούμε και το μείζον –και εδώ δεν βλέπω φούριες ούτε αναλυτικό μιντιακό κάματο. Οτι στην Ελλάδα θα πρέπει πρώτα να μεταρρυθμιστούν οι μεταρρυθμιστές: το συμπαγές πολιτικό σύστημα, που αντιστρατεύεται κάθε προσπάθεια δημοσιονομικής και κοινωνικοπολιτικής εξυγίανσης.
Να δούμε ότι μακροημερεύει ένα βαθύ, συντηρητικό, πασοκοφυές λαϊκίστικο έως διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, που λατρεύει το χρέος γιατί ψωμίζεται, παντεσπανίζεται από αυτό∙ που στήθηκε με ευθύνη και της Αριστεράς.
Να θυμόμαστε, τέλος, ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική μεταβολή (αύξηση-μείωση των φόρων ή των δημόσιων δαπανών) έχει θύματα και ωφελούμενους. Αρα, θα πρέπει να σχεδιάζεται μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα υπέρ των θυμάτων –και όχι εκλογικά υπέρ των κομμάτων.
Και στο βαθύ μέλλον (όταν όλοι όσοι συζητάμε σήμερα θα είμαστε μακαρίτες), θα πρέπει να είναι σταθερά προσηλωμένη στην ανάπτυξη, τη δίκαιη διανομή, τη συλλογική ευημερία. Δηλαδή, να απαντάει στο ερώτημα πώς θα βελτιώσουμε τη θέση μας τώρα, αλλά και τι πολιτισμό (γιατί περί αυτού πρόκειται) θα αφήσουμε στις επόμενες γενιές.
Τέτοιο μάθημα δεν υπάρχει ή, τουλάχιστον, δεν φαίνεται. Και αν, για πολιτικούς λόγους, εδώ ή έξω, καθυστερούν οι αποφάσεις για το χρέος, οι συνέπειές του δεν μπορούν να αγνοούνται. Αλλά είπαμε: Στα άμορφα δημοσιονομικά τοπία, τι να πρωτοδείς…
