Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με το δειλινό τελειώνει η μέρα, με την Παρασκευή η εβδομάδα του. Πρωί πρωί άρχισε να σκέφτεται το τι μπορούσε να κάνει αυτό το πρώτο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου. Αρχισε λοιπόν να υφαίνει το δίχτυ ενός ιδανικού διήμερου. Σχεδίασε να κάνει πράγματα που δεν απαιτούν σωματική κούραση.

Ούτε μακρινές βόλτες, ούτε συναυλίες, ούτε εξαντλητική πολιτιστική ενημέρωση, ούτε ξενύχτια σε μπαράκια. Ηθελε κάτι που να υπόσχεται ψυχική ηρεμία. Ακόμα πιο ιδανικά θα ήταν αν συνοδευόταν από τον ήχο του κύματος. Να σκάει στα πόδια του, φερμένο από το μελτέμι. Και εκείνος θα απολάμβανε τη στιγμή, με δέος και ανάλαφρη διάθεση απέναντι στη χαρά. Μια ηδονή κατακτημένη από εθελούσια μοναξιά. «Ναυαγός» για δυο μέρες.

Κι έτσι η ιστορία του ιδανικού διήμερου αρχίζει. Την πρώτη μέρα, μια μέρα λαμπερή από τον αστραφτερό ήλιο, φτάνει στο λιμάνι κοντινού νησιού. Κατηφορίζει σε παραλία απόμακρη, δίχως πολλούς επισκέπτες.

Το ξενοδοχείο δίπλα και το κινητό αφημένο πάνω στο κομοδίνο. Μαζί του, μόνο τα απαραίτητα: πετσέτα, νερό, καφές κι ένα βιβλίο. Η θάλασσα απλώνεται στα πόδια του. Το αεράκι αναστενάζει κρυφά. Κινήσεις ήρεμης απόλαυσης. Ούτε κατάλαβε πώς έφτασε το μεσημέρι. Ποιος; Αυτός! Που απέφευγε τα τελευταία χρόνια να μένει μόνος.

Το απόγευμα άλλαξε θέση μόνο ο ήλιος. Εκείνος πάλι εκεί. Σαν τη δεύτερη φάση ενός πίνακα με το ίδιο θέμα. Αλλαξαν βέβαια κάποια δεδομένα. Ο κόσμος ακόμα λιγότερος, ο αέρας πιο δυνατός, ο καφές είχε γίνει μπίρα. Το βράδυ κοιμήθηκε νωρίς, όπως είχε πολύ καιρό να κοιμηθεί. Η συσσωρευμένη ένταση της κουραστικής καθημερινότητας έγινε ύπνος βαθύς δίχως αγχωτικά όνειρα.

Το πρωί δεν ήταν αυτός. Ηταν ξανά το παιδί που πλατσούριζε επίτηδες στην παραλία κι έβρεχε τους άλλους, το παιδί που έκλεβε φρούτα από τα περιβόλια του χωριού του κι έτρεχε για να μην τον προλάβουν τα σκυλιά του ιδιοκτήτη, το παιδί που το μόνο που τον απασχολούσε ήταν αν θα κερδίσει σήμερα καινούργιες μπίλιες και χαρτάκια από τους φίλους του.

Ηρθε το σούρουπο κι εκείνος απρόθυμα άφησε την παραλία του. Εφυγε. Στο κατάστρωμα δεν έπεφτε καρφίτσα. Στο λιμάνι, όταν έφτασε, ουρές από φορτηγά κι αυτοκίνητα. Στο τηλέφωνο, μηνύματα από φίλους. «Τι θα κάνεις το βράδυ;», «Θα είμαστε στο γνωστό μέρος». Αναβαπτισμένος, με ήρεμο χαμόγελο καλεί στο κινητό έναν της παρέας. «Πού ήσουν;». «Στον παράδεισο, θα σας τα πω από κοντά». «Στον παράδεισο;», δύσπιστη ερώτηση ξανά. «Ναι, και θα ξαναπάω σύντομα…».