Λάτρης του στίβου, στήνεσαι μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη που όλο επεκτείνεται και καταλαμβάνει χώρο αντιστρόφως ανάλογο από τους ανθρώπους στο σαλόνι και στη ζωή σου.
Στήνεσαι παρ’ όλο που, μετά από αναρίθμητους Ολυμπιακούς και Πρωταθλήματα, ξέρεις ότι δεν παρακολουθείς τόσο τον αγώνα του ανθρώπου να ξεπεράσει το βιολογικό πεπρωμένο του όσο τη μάχη της χημικής και ιατρικής βιομηχανίας να ανεβάσει ακόμα μια φορά τον πήχη των επιδόσεών του και να αυξήσει τη συλλογή των διακρίσεων και των μεταλλίων του.
Προτιμάς τους δρόμους και το ύψος, κυρίως των γυναικών, στο οποίο ανέκαθεν παρουσιάζονταν άλτριες προικισμένες με κορμιά και πρόσωπα-εξαίρεση σ’ ένα καστ όπου η πλεονάζουσα τεστοστερόνη φαινόταν να διαψεύδει τον σπίκερ που επέμενε να εκφωνεί γυναικεία ονόματα.
Τώρα τα αγωνίσματα, ακόμα και οι ρίψεις, που εξ ανάγκης ξεφεύγουν λίγο στις αναλογίες και στα κιλά, προσαρμόζονται στους κανόνες ομορφιάς ενός αθλητικού life style, όπου αθλητές και αθλήτριες ποζάρουν ως άλλοι ποπ σταρ.
Μα φέτος αυτό που σε εντυπωσίασε περισσότερο στο Λονδίνο ήταν η Μαύρη Αφρική, μισή να αγωνίζεται για τον εαυτό της και μισή με τα χρώματα της Γηραιάς Αλβιώνας, πρόσφυγας ή μετανάστης πρώτης και δεύτερης γενιάς.
Ολη σχεδόν η Ευρώπη τρέχει, πηδάει, εκσφενδονίζεται πια με τα πόδια και τα χέρια μαυριδερών, που παίρνουν τις πρωτιές και κάνουν τον γύρο του θριάμβου με το λευκό πλήθος όρθιο στις επευφημούσες κερκίδες και σηκωμένα τα εθνικά του λάβαρα.
Και θυμάσαι ότι οι παρείσακτοι σκούροι και οστεώδεις φορτοεκφορτωτές, πλανόδιοι πωλητές και καθαριστές μπορούν πάντα να γίνονται εκλεκτοί μετρώντας με τις πατούσες τους ρυθμικά τους παλμούς της νίκης και των παγκόσμιων ρεκόρ πάνω στους ακριβούς τάπητες των μητροπολιτικών σταδίων.
Σομαλοί με σημαία Βρετανίας, Κενυάτες με σημαία Σουηδίας, Αιθίοπες με σημαίες Βελγίου και Ολλανδίας σε ένα αθλητικό μπάρκο πιο ασφαλές και επικερδές, με αναγνώριση και τιμές και βέβαια με τεχνικές αναπτυγμένων χωρών που εγγυώνται την επιτυχία.
Και οι Αφρικανοί, λεηλατημένοι και συκοφαντημένοι κάποτε από αδηφάγους ορδές «εκπολιτιστών», σήμερα από μασκοφόρες εταιρείες που ρουφούν το νερό από τις λίμνες τους για να μεγαλώνουν μαύρες τουλίπες, που σπέρνουν εμφύλιους σπαραγμούς για να κλέβουν κοβάλτιο και χρυσάφι, που σκοτώνουν στη δουλειά παιδιά για να τροφοδοτούν με φτηνό κακάο τη σοκολατένια βιομηχανία τους, πήραν μια μικρή αθλητική εκδίκηση που χαμογελούσε συγκρατημένα.
Και τους έβλεπες στο βάθρο των λευκών εθνικών ύμνων σιωπηλούς θριαμβευτές, λίγο απόμακρους, λίγο ξένους, ένα ανθρώπινο εμπόρευμα υψηλών επενδυτικών προσδοκιών, αναλώσιμους σταρ σε μια σύγχρονη αρένα διψασμένη για αδρεναλίνη, που ίσως μυστικά κάπου αλλού να αφιέρωναν τη γιορτή τους.
