Ο δεύτερος γύρος των δημοτικών εκλογών είναι το τελευταίο σημαντικό πολιτικό ραντεβού πριν από τις θερινές διακοπές.
Αν, βέβαια, δεν υπάρξουν θεαματικές εκπλήξεις και οι πρωταγωνιστές της πολιτικής αρένας επιβεβαιώσουν την απόφασή τους (έπειτα από μήνες αμφιταλαντεύσεων) να μεταθέσουν τις βουλευτικές εκλογές για τους πρώτους μήνες του 2018.
Σε ό,τι αφορά αυτό καθαυτό το βάρος και τη σημασία των συγκεκριμένων τοπικών αναμετρήσεων, αναμένεται η επιβεβαίωση, ή η μερική διάψευση, του μηνύματος του πρώτου γύρου.
H Κεντροδεξιά, ενωμένη σε πάρα πολλούς δήμους, δείχνει ικανή να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της, παρά τις συνεχείς έριδες ανάμεσα στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι και τον γραμματέα της ξενοφοβικής Λέγκας του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι.
Η Κεντροαριστερά, δε, του Ματέο Ρέντσι καταφέρνει να πετυχαίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα όταν συμμαχεί, κυρίως, με τις αριστερές δυνάμεις, οι οποίες απορρίπτουν, όμως, την άκρως μεταρρυθμιστική πολιτική του Δημοκρατικού Κόμματος.
Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, αυτές οι δημοτικές εκλογές είναι σαν να διαψεύδουν πρακτικές και ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί σε πανιταλικό επίπεδο.
Από τις πιο ενδιαφέρουσες αναμετρήσεις είναι εκείνες της πόλης της Γένοβας (στον πρώτο γύρο εξασφάλισε προβάδισμα η Κεντροαριστερά έναντι των συντηρητικών), του Καταντζάρο της Καλαβρίας, με τις ίδιες ισορροπίες δυνάμεων, και της Λ΄ Ακουϊλα, όπου ο υποψήφιος των προοδευτικών είχε φτάσει πολύ κοντά στην εκλογή, ήδη από τον πρώτο γύρο.
Το Κίνημα Πέντε Αστέρων δεν κατάφερε να πετύχει τους στόχους του στις 11 Ιουνίου, και πέρασε στον δεύτερο γύρο μόνον στις πόλεις του Αστι και της Καράρα.
Ο Μπέπε Γκρίλο απάντησε, βέβαια, ότι σε σχέση με τις προηγούμενες δημοτικές εκλογές το κίνημά του αύξησε παντού τους εκλεγμένους εκπροσώπους του.
Κάτι που πράγματι αληθεύει, αλλά ο κύριος παραλληλισμός θα έπρεπε να γίνει με τις προσδοκίες των «Cinque Stelle» σε εθνικό επίπεδο, όπου στην πρόθεση ψήφου είναι κοντά στο 30%.
Οπως πάντα, ο Γκρίλο δεν θέλησε να στηρίξει κανέναν άλλον υποψήφιο, πιστός στη μέχρι τώρα γραμμή του «ή θα κυβερνήσουμε μόνοι μας ή δεν θα κυβερνήσουμε».
Μετά την αποτίμηση του τοπικού αυτού αποτελέσματος, όμως, θα πρέπει να γίνει και μια πιο συνολική ανάλυση της πολιτικής κατάστασης: για να αποφασιστεί με ποιο εκλογικό νόμο θα πάει σε βουλευτικές εκλογές η χώρα.
Από το αν θα είναι πλειοψηφικός ή θα παραμείνει απλή αναλογική, θα εξαρτηθούν, φυσικά, πολλά.
Οπως και από το αν ο Ρέντσι θα συνεχίσει, παρά τις δεσμεύσεις, να πιέζει, υπογείως, για να ρίξει τον Τζεντιλόνι.
Λες και στον Ιταλό κεντροαριστερό πρωθυπουργό δεν φτάνουν τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει – όπως αυτό της διάσωσης δύο τραπεζών της περιοχής Βένετο: η κυβέρνηση διέθεσε πάνω από 5 δισεκατομμύρια ευρώ για τα κόκκινα δάνεια, και αναγκάστηκε να αναλάβει και το οικονομικό βάρος για τους υπαλλήλους που θα κριθούν υπεράριθμοι.
Με μεγάλη έκπληξη -και ενίοτε αγανάκτηση- πολλών Ιταλών.
