Μισή ώρα πριν φτάσεις στα Γιάννενα με την Ιόνια Οδό, ο δρόμος στρίβει προς τα πάνω κι αφήνει πίσω του την παλιά εθνική και τις στροφές δίπλα στα πλατάνια του Λούρου. Τώρα περνάει από το πέρασμα των Πέντε Πηγαδιών για να βγει στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων. Αρχαίο το πέρασμα, το πέρναγαν επί αιώνες τα καραβάνια των εμπόρων, οι βοσκοί και οι άνθρωποι των χωριών, αλλά και οι κάθε προέλευσης στρατοί. «Στα Πεστά και στο Μπιζάνι, μάνα μου, τι κρύο κάνει…», λέει το τραγουδάκι για τον παγετό που βρήκαν οι Ελληνες στρατιώτες όταν πέρασαν από αυτόν τον στενό δίαυλο το 1912 για να απελευθερώσουν τα Ιωάννινα.
Το 1943 τον ίδιο δρόμο πήραν με κατεύθυνση προς την Αρτα οι κατακτητές της χώρας, σκοτώνοντας και καίγοντας για να κρατήσουν «ασφαλές» το πέρασμα.
Οδηγούμε πια για να φτάσουμε γρήγορα, έχουμε προορισμό και στόχο. Μετράμε ταχύτητες και λεπτά της ώρας, χαιρόμαστε τον δρόμο. Και καλά κάνουμε. Μία υπόμνηση όμως να κρατάμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Δεν είμαστε οι μόνοι που πορευτήκαμε, πέρασαν κι άλλοι από εδώ, ο δρόμος, ο κάθε δρόμος, μιλάει την ιστορία πολλών άλλων πριν από εμάς.
Η γιαγιά μου δεν ευτύχησε να δει τον νέο δρόμο να περνάει λίγο πάνω από το σπίτι της στο χωριό, τη σημερινή Μυροδάφνη. Από το ίδιο πέρασμα σχεδόν, όταν ήταν νέα, κινούσε με τα πόδια να πάει στα Γιάννενα για ό,τι χρειαζόταν. Εξι ώρες δρόμος με μια αρμαθιά ξύλα στην πλάτη, να τα πουλήσει για να πάει πίσω αλεύρι.
Η άλλη μου γιαγιά, από το Τέροβο, λίγο πιο πάνω, κατέβαινε εκεί που είναι περίπου σήμερα ο νέος κόμβος, που έχει και το όνομα του χωριού, και περνούσε απέναντι, για να πάει στο Μοναστήρι της Τσούκας στο Ελληνικό, για προσκύνημα. Στο ίδιο σημείο, θα κατασκευαστεί τώρα ένας κάθετος άξονας που θα ενώνει την Ιόνια Οδό με τα Τζουμέρκα ανοίγοντας νέο πέρασμα για τους σύγχρονους επισκέπτες.
Ανεβαίνουμε από την Πρέβεζα, επιστρέφοντας από τη θάλασσα, στον νέο δρόμο. Ανηφόρα και μεγάλες ταχύτητες, σε λίγo θα φτάσουμε Γιάννενα. Κοιτάζω γύρω μου, αλλά δεν είμαι σίγουρος πού είναι τα χωριά των γονιών μου όπου περνούσα μικρός τα καλοκαίρια. Τα σημάδια των παλιών δρόμων που έβαζα για να θυμάμαι πού θα με κατεβάσει το λεωφορείο δεν υπάρχουν πια. Και το μάτι προσεγγίζει από άλλες γωνίες τον γνώριμο τόπο.
Ομως το παλιό πέρασμα παραμένει. Μπορεί να χάθηκαν οι παλιοί άνθρωποι που ποτέ τους δεν θα είχαν φανταστεί τούτον τον καινούργιο, υπέροχο δρόμο, αλλά οι δυσκολίες τους, οι ανάγκες τους, οι αγωνίες τους, η φωνή τους δεν χάθηκαν τελείως.
Κι αν προσέξεις λίγο καλύτερα, όλο και κάτι θα ακούσεις από αυτή τη φωνή την ώρα που τρέχεις να φτάσεις στον δικό σου προορισμό.
