Το κλείσιμο της αξιολόγησης και η πολυαναμενόμενη έξοδος στις αγορές μοιάζει να έδωσαν το εναρκτήριο λάκτισμα για μεταφορά της πολιτικής αντιπαράθεσης στο μεγάλο γήπεδο των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων.
Μόνιμα διακυβεύματα κοινωνικής νοηματοδότησης και διαμάχης, σχετικά με τον ορισμό του κοινωνικού «είναι» και τη διεκδίκηση του μονοπωλίου εγκυρότητας για το δέον, ανασύρθηκαν και αποτελούν τις τελευταίες μέρες σημεία σφοδρής ιδεολογικής διαμάχης: η «αριστεία», η «σημαιοφορία» ως επιβράβευσή της, ο ρόλος της θρησκείας στον προσδιορισμό της γνήσιας ελληνικότητας και τα συμπαρομαρτούντα.
Τα εν λόγω σημεία ιδεολογικής αντιπαράθεσης (και φυσικά δεν είναι τα μόνα) είναι άκρως γνώριμα για όσους ασχολούνται ερευνητικά και θεωρητικά με τις ιδεολογικές επεξεργασίες και τις περιπέτειες των ταυτοτικών αυτο- και ανα- προσδιορισμών που βιώνουν διαφορετικά συλλογικά υποκείμενα στον δημόσιο χώρο της χώρας μας.
Τα εν λόγω σημεία επιστρατεύτηκαν καθώς το σύνδρομο ΤΙΝΑ μοιάζει να επιβάλλει την πραγματικότητά του μέχρι εδώ. Συνεπώς, ο κοινωνιοψυχολογικός μηχανισμός της βέλτιστης διακριτότητας (optimal distinctiveness) είναι αυτός που ενεργοποιείται προκειμένου να αναζητηθεί, να διεκδικηθεί, να διακηρυχθεί και να κατοχυρωθεί η διαφορετικότητα συλλογικών οντοτήτων (βλ. κόμματα και πολιτικοί χώροι) και συνάμα να διαφυλαχθεί η «καθαρότητα» και η «αδιαπερατότητά» τους από αλλότρια «μολυσματικά» στοιχεία πεποιθήσεων.
Ολο αυτό το εκλογικευτικό παιχνίδι (αναγκαστικής) διαχείρισης αντιφάσεων και διακηρυκτικής προσήλωσης σε σημαίνοντα ορθόδοξης καθαρότητας του κάθε χώρου είναι επίσης σαφέστατα γνώριμο, προβλέψιμο και προβλεπόμενο από αντίστοιχες κοινωνιοψυχολογικές θεωρήσεις. Ταυτόχρονα είναι και απολύτως πραγματικό, καθώς αντιστοιχεί στα ζητούμενα του πώς και με ποια μέσα μια κοινωνία κατανοεί τον εαυτό της και θέτει τα ορόσημά της.
Προϊόντος του πολιτικού χρόνου, μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, θα βλέπουμε πολλά επεισόδια πολωτικής αντιπαράθεσης γύρω από διακυβεύματα όπως: δημόσιο έναντι ιδιωτικού ως αξίας, ιδεολογίες της επίτευξης και της ευθυδικίας έναντι διανεμητικής δικαιοσύνης βάσει των αρχών της ισότητας και της ανάγκης, εθνοκεντρισμός έναντι κοσμοπολιτισμού, παραδοσιοκρατία και συντηρητισμός έναντι χειραφέτησης και ελευθεριότητας, κοσμικό έναντι μεταφυσικού.
Η διαμάχη που παρακολουθούμε εσχάτως μεταξύ «άθεου, αντιεκκλησιαστικού προοδευτικού εκσυγχρονισμού» και «εκκλησιαστικά προσηλωμένου συντηρητικού θρησκευόμενου ευσεβισμού» είναι κάτι που σοβεί στην ελληνική κοινωνία και κατά καιρούς παίρνει δραματουργικές εκφάνσεις (βλ. το παλαιό ζήτημα των ταυτοτήτων, για να μείνουμε μόνο στα παλαιά).
Ως τέτοια έχει αποτυπωθεί και σε παλαιότερη ερευνητική μας δραστηριότητα: Από τη μια πλευρά η «κοσμική ορθοδοξία» αντιστοιχεί σ’ έναν νεωτερικό τρόπο σκέψης, που διαπνέεται από τα προτάγματα της αυτοδιάθεσης, της χειραφέτησης και της εναντίωσης σε δεσμευτικές ρυθμίσεις, που εκπορεύονται από τα θρησκευτικά ορθόδοξα συστήματα. Εκ διαμέτρου αντίθετη η «θρησκευτική ορθοδοξία», η οποία ασπάζεται πλήρως τη δεσμευτική προσήλωση στα δόγματα και στον θεσμό της Εκκλησίας.
Πέρα από τις δύο εκδοχές ορθόδοξης σκέψης, εντοπίζεται και η (ποσοτικά κυρίαρχη) τάση της «άθρησκης πίστης», με κύρια γνωρίσματα την τουλάχιστον χαλαρή δεσμευτική προσήλωση στον εκκλησιαστικό θεσμό, την επαφή με τη θρησκεία μέσα από ένα πρίσμα αυστηρά ατομικής υπαρξιακής αυτοδιαχείρισης, την έλλειψη σαφούς και πολιτικά αναγνωρίσιμης ιδεολογικής οργανωτικής αρχής και οπωσδήποτε την επιρρέπεια σε πολυώνυμες μεταφυσικές δοξασίες.
Το συγκεκριμένο τμήμα της κοινωνικής σκέψης μοιάζει να εκφράζει πράγματι τη νέα τάση εξατομικευμένης θρησκευτικότητας, προσωπικής αυτοπραγμάτωσης μέσω «μεταφυσικών αναζητήσεων», αποθέωσης των «ελεύθερων ατομικών επιλογών» και να αποτελεί έτσι σημείο ή σύμπτωμα του προϊόντος «τέλους των μεγάλων ιδεολογιών και αφηγήσεων».
Η πρόσφατη ιδεολογική διαμάχη, λοιπόν, όχι μόνο σχηματοποιεί την προαναφερόμενη τμηματοποίηση της σκέψης του ελληνικού κοινωνικού υποκειμένου αλλά και μας κάνει να διερωτηθούμε πόσοι και ποιοι ασχολούνται μαζί της εντός του Αυγούστου και πόσοι αντίστοιχα θα το έκαναν αν αυτή συνέβαινε (ή αν ξανασυμβεί) μετά τα «μπάνια του λαού».
Το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί με σκωπτικούς αλλά και με απόλυτα σοβαρούς όρους, στην προσπάθεια να συλλάβει κανείς την αντιφατικά και σχετικιστικά δομημένη επιφάνεια της σύγχρονης μετανεωτερικής-(μετα;)μνημονιακής Ελλάδας, στην οποία -εντός σκηνικού ένδειας- η εκκοσμίκευση αντιμάχεται τη θεοκρατία ενώπιον πολυπληθούς κοινού με υπαρξιακές αναζητήσεις και απολιτικές ευαισθησίες αυτο-βελτιωτικού χαρακτήρα.
* αναπληρωτής καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου
