Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν υπάρχει κάτι που ξέρει καλά ο Σταύρος Ξαρχάκος είναι να δίνει στα τραγούδια του τις διαστάσεις που τους πρέπει: να αναδεικνύει τον λόγο των ποιητών, να σχολιάζει με αυτά την επικαιρότητα, να επιστρέφει όποτε κρίνει ότι έχει κάτι να πει.

Μόνο που αυτή τη φορά τα νέα τραγούδια του τα «βάρυνε» λίγο παραπάνω, αφενός γιατί επέλεξε να τα ερμηνεύει εκείνος, αφετέρου γιατί αυτός ο ακριβοθώρητος, σπουδαίος συνθέτης αποφάσισε να μας τα παρουσιάσει ο ίδιος σε μια κατ’ ιδίαν συνάντηση.

Κοφτός αλλά ευγενής και απολύτως προετοιμασμένος για τη σπάνια συνεύρεση με τους δημοσιογράφους (δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες εκπλήξεις), ο Σταύρος Ξαρχάκος μίλησε για το νέο του άλμπουμ με τίτλο «7 Ελεγείες και Σάτιρες», με το οποίο επέστρεψε μετά από χρόνια δισκογραφικής απουσίας.

Στο εξώφυλλο ένα χαρακτηριστικό γυμνό του Γιώργου Ρόρρη και στο εσωτερικό επτά καινούργια τραγούδια για πιάνο και φωνή, με στίχους που του χάρισαν ο καλός φίλος Μάνος Ελευθερίου, ο Θοδωρής Γκόνης και η Λίνα Νικολακοπούλου (στο πιάνο τον συνοδεύει ο Νεοκλής Νεοφυτίδης).

Η μεγάλη επιστροφή

Ο τρόπος βέβαια που ξεκίνησε να μιλά για τον δίσκο ήταν σχετικά αδόκιμος: «Δεν με εκπροσωπεί καθόλου ο φορέας του ήχου που κυκλοφορεί το άλμπουμ, εννοώ το cd. Ευελπιστώ ότι θα τύχει καλύτερης μεταχείρισης και θα το ακούσουμε σε βινύλιο», είπε ο κορυφαίος συνθέτης και ο Παρασκευάς Καρασούλος της «Μικρής Αρκτου», ήταν δίπλα του για να επιβεβαιώσει τις κοινές τους προθέσεις:

«Το κύριο μέλημα για έναν καλλιτέχνη πρέπει να είναι το εξής: να μπορεί μέσα από τη δουλειά του να εκφράζει τον εσωτερικό του χώρο και χρόνο. Τότε μόνο η δουλειά αυτή θα έχει αλήθεια και αντοχή στον χρόνο. Ας μην κάνουμε περιστασιακά πράγματα μόνο και μόνο για να δηλώνουμε την παρουσία μας», είπε και αποκάλυψε πως η σύζυγός του, Ηρώ Σαΐα, και ο ραδιοφωνικός παραγωγός Ξενοφών Ραράκος επέμεναν να τα ερμηνεύσει ο ίδιος.

«Βασική εγκληματίας είναι εκείνη. Τραγουδιστής δεν είμαι αλλά ενέδωσα. Μη με κρίνετε, λοιπόν, ως τραγουδιστή, αλλά ως άνθρωπο που προσπάθησε να εκφράσει τον εσωτερικό του χώρο και χρόνο».

Λόγια που καρφώνουν τη σημερινή κατάσταση, εικόνες από το αστικό τοπίο, στίχοι καταγγελτικοί, συναισθήματα ακραία και μια βαριά σκιά παρακμής είναι ξεκάθαρα από την πρώτη ακρόαση.

Χωρίς εύκολα συναισθήματα, χωρίς να έχει ανάγκη τη μελωδία και τα ενορχηστρωτικά κόλπα, ο συνθέτης ερμηνεύει τα επτά κομμάτια προτάσσοντας τη βαριά και στεντόρεια φωνή του.

Σαν να παίρνει πολιτική θέση. «Ξέρω ότι θα με ρωτήσετε και σας προλαβαίνω: αυτού του είδους το τραγούδι δεν θέλει να του βάλεις στολίδια. Πρέπει να είναι απέριττο για να ακουστεί ο λόγος».

Οταν λέει λόγος, εννοεί κομμάτια σαν το «Δηλητήριο που πίνεις», «Η μπαλάντα των φονιάδων», «Για ποιαν Ιθάκη μού μιλάς», «Βραδιά Πρωτοχρονιάς», σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, τα «Επί της Κατεχάκη» και «Της νύχτας τα σεντόνια», που έγραψε ο Θοδωρής Γκόνης, και το «Εθνος μου εξαίρετο», της Λίνας Νικολακοπούλου, με το οποίο η στιχουργός στέλνει πολλαπλά μηνύματα:

«Τελικά δημοκρατία/ έχει μόνο η Ελβετία/ όλοι οι άλλοι λέμε λόγια/ και κοιτάμε τα ρολόγια/ Πότε να σχολάσουμε/ πόσα να χαλάσουμε/ ποιους να ξεγελάσουμε/ την καλή να πιάσουμε».

Σε μεγάλα κέφια κι εκείνη τού έκανε πλάκα: «Είναι το κομμάτι που σου έδωσα πριν από οκτώ χρόνια;» και πήρε την απάντηση: «Μάλλον ταλαιπώρησα λίγο τους στιχουργούς γιατί δεν θυμάμαι πόσο καιρό μου πήρε».

Κατά βάθος πάντως, όλη αυτή η χαλαρή διαδικασία (πολύ σπάνια για την προχειρότητα και τους σημερινούς γρήγορους ρυθμούς της δισκογραφίας) ήταν μέχρι και ανακουφιστική για τους συντελεστές του άλμπουμ.

«Η ησυχία που ο Ξαρχάκος επέβαλε, το ένα τηλέφωνο που με έπαιρνε για να ανέβω σπίτι του χωρίς καμιά βιασύνη μου, το γεγονός ότι μου επέτρεπε να συζητούμε και να σχεδιάζουμε τις επιθυμίες του ήταν πολύτιμα. Την ανηφόρα αυτή στου Στρέφη την ανέβαινα γρήγορα και την κατέβαινα αργά σαν η πορεία να ήταν μια μύηση. Οπως έλεγε και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ανεβαίνοντας τις ίδιες σκάλες, “Το Παλαμήδι ανεβαίνω”. Θέλει κουράγια για να πας στο φωτεινό αυτό σπίτι. Ποιος δεν θα ήθελε να δει λόγια του μελοποιημένα από τον Ξαρχάκο;»

Για τον Θοδωρή Γκόνη, η συνεργασία με τον σπουδαίο συνθέτη ήταν παντελώς αναπάντεχη.

«Μου τηλεφώνησε και όταν το σήκωσα μου είπε “γεια σας, είμαι ο Ξαρχάκος, θέλω να μου δώσετε στίχους για τα νέα μου τραγούδια”. Βέβαιος ότι δεν πρόκειται για τον Σταύρο Ξαρχάκο, ρώτησα: “Μου λέτε σας παρακαλώ το μικρό σας όνομα;”. Ελάχιστοι άνθρωποι μου έχουν φερθεί όπως εκείνος, αφήστε που ο δίσκος του αποτέλεσε αφορμή να ξαναγράψω. Πιστέψτε με, δεν είναι εύκολο να γράψεις στις μέρες μας, γιατί δεν μπορείς να πεις τίποτα. Νιώθεις ότι οι λέξεις είναι ευνουχισμένες και προδομένες».

Στις τόσες κουβέντες βέβαια, μια νότα δεν ακούστηκε.

«Εδώ ήρθαμε να τα πούμε, τα τραγούδια θα τα ακούσετε σπίτι σας», μας είπε και με το cd στα χέρια ευχηθήκαμε τόσο αυτός όσο και ο Παρασκευάς Καρασούλος να τηρήσουν την υπόσχεσή τους για έκδοση βινυλίου…