Τι θα γινόταν αν… πώς θα αντιδρούσατε αν σας συνέβαινε ό,τι μου συνέβη;
Παρασκευή απόγευμα, κλείνω τον υπολογιστή μου και αποφασίζω να πάω στο άλσος της περιοχής μου, που πλέον έχει γίνει προορισμός για πολλούς δημότες και μη, είτε για να ξεκουραστούν στους χώρους πρασίνου, είτε για να περπατήσουν, είτε για να ασκηθούν στα όργανα γυμναστικής που ο δήμος έχει εγκαταστήσει σε τμήμα του.
Φτάνω, πιάνω κουβέντα με μια ομάδα γυναικών που κάνει πιλάτες υπό τις οδηγίες της δασκάλας τους, ζητώ πληροφορίες και σε λίγο τις αφήνω για να πάω, λίγο πιο κει, κάτω από ένα πεύκο, να κάνω τα δικά μου.
Παπούτσια βγαίνουν, ποδαράκια στο χορτάρι, ανοίγω το στρώμα της γυμναστικής μου κι απλώνομαι. Να οι χαλαρώσεις, να οι ασκήσεις, κάτι ξεσηκώνω κι από δίπλα, κλείνω το υποχρεωτικό για απόδοση υγείας εικοσάλεπτο και μετά αφήνομαι να παρακολουθώ φύση και τεκταινόμενα.
Παιδιά τρεχολογάνε πέρα-δώθε, πουλάκια λαλούν, έχει ένα καταπληκτικό δειλινό και αφαιρούμαι κοιτώντας τα πορτοκαλί και μαβί σύννεφα, ξαπλωμένη.
Αφαιρούμαι σημαίνει δεν είμαι σε εγρήγορση, αλλά χαλαρή, αφημένη στην ομορφιά της στιγμής. Αλλωστε, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήρθα. Να χαλαρώσω.
Οπως ήμουν ξαπλωμένη, στραμμένη να αγναντεύω προς τη Δύση, ένιωσα ελαφρές σταγόνες σαν ψιλόβροχο στο μέτωπό μου. Σκέφτηκα «τα πουλάκια μού την κάνανε» και στρέφοντας το σώμα μου προς την άλλη μεριά, ψάχνοντας να βρω τον φταίχτη… -εδώ αρμόζει μουσική που υποδηλώνει το αναπάντεχο-, έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με κάτι ακατανόητο, ακαταχώρητο στα δεδομένα του εγκεφάλου μου σαν εικόνα, πόσο μάλλον σαν πρακτική.
Το βλέμμα μου αρχίζει να δίνει τις πρώτες πληροφορίες στον εγκέφαλο, ξεκινώντας μια διαδρομή -ακόμη χαλαρή- από τα χαμηλά προς τα πάνω. Τι είναι αυτό; Δύο μαύρες, μακριές, γυαλιστερές φορεσιές, σαν τήβεννοι. Ασύμβατη πληροφορία με τον χώρο, τη στιγμή. Ψάχνει στα δεδομένα του το μυαλό και η μόνη εικόνα που συνάδει με τη φορεσιά αφορά την Αμερική.
Μα, οι της Κου Κλουξ Κλαν φορούν λευκά και δεν ενδημούν στην Ελλάδα. Πού καταλήγουν; Ααααχ! Τα μάτια μου αντικρίζουν δυο μάσκες, αυτές από την ταινία Τhe scream.
Εχουν σκύψει επάνω στο πρόσωπό μου κι ουρλιάζουν. Ο ιδρώτας τους ήταν αυτός που με ενεργοποίησε. Ακαταχώρητη εικόνα. Μέχρι να ψάξει όλο τον σκληρό δίσκο ο εντεταλμένος υπεύθυνος για την αρμόζουσα αντίδραση -γιατί δεν ένιωσα φόβο αλλά περισσότερο αναρωτιόμουν «τι ‘ναι τούτο»-, πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα κενού χρόνου. Αποφασίζει ο εγκέφαλος. Τρομάζουμε τώρα!
Εξαπολύω στριγκλιά και δυστυχώς για μένα τους στέλνω εκεί που δεν θα ήθελα να με στείλουν, στολίζοντάς τους με το κοσμητικό επίθετο «βλάκα», δις, καθώς τους παρακολουθώ να φεύγουν τρέχοντας, σκασμένοι στα γέλια, αφήνοντάς με μετέωρη, ανάμεσα σε λογισμούς, όπως: Πρέπει να ασχοληθώ μαζί τους περαιτέρω; Να χαλάσω το βράδυ μου καλώντας την ασφάλεια του πάρκου;
Προσπαθώ να ανιχνεύσω αν σε άλλη αντίδρασή μου ή με λιγότερο κόσμο τριγύρω μας, αν θα είχαν προχωρήσει και σε κινήσεις εναντίον μου.
Μια παρέα δεκαπεντάχρονων παιδιών που περνούσαν από δίπλα μου καθώς εξελισσόταν «το σκηνικό», φωνάζουν εναντίον τους και στρέφονται ευγενικά, με έγνοια, προς το μέρος μου.
«Είστε καλά; Χρειάζεστε βοήθεια μήπως;» «Οχι, ευχαριστώ» απαντώ και προσπαθώ να αποφασίσω τι να κάνω.
Ούσα αλλεργική σε κάθε μορφή βίας, απέναντι σε οποιοδήποτε έμψυχο ον αλλά και άψυχο, προσπαθούσα από μια κίνηση, από το ηχόχρωμα της φωνής, από τον βηματισμό, την αχνοφαίνουσα σωματοδομή, να καταλάβω αν ήταν ενήλικες ή μη, επικίνδυνοι για άλλες γυναίκες και κορίτσια ή όχι.
Με πρόλαβαν. Γυρίζουν πίσω, έχουν βγάλει τις μάσκες. Δεν είναι πάνω από δεκατριών χρόνων. Ο ένας με το βλέμμα του να έχει βουτήξει στη μετάνοια, με κοιτά κατάματα ελπίζοντας σε συγχώρεση. Ο δεύτερος ζητάει συγγνώμη μηχανικά και θέλοντας να την εξασφαλίσει λέει: «Θέλαμε να γυρίσουμε ένα βιντεάκι για το youtube, συγγνώμη…».
Αναυδη. Τι να με τρομάξει περισσότερο; Το ότι ήταν ανήλικοι; Το ότι καθώς μου εξομολογείτο, το βλέμμα του έψαχνε, διέτρεχε, τον χώρο με τον ίδιο τρόπο που «διατρέχει» το βλέμμα τους τις «πίστες» των ηλεκτρονικών παιχνιδιών, ψάχνοντας το επόμενο επεισόδιο/πίστα;
Το ότι είχα επιλεγεί ως ακούσιο θύμα, καθόλου τυχαία, αλλά λόγω συνθηκών (μόνη) και λόγω φύλου (γυναίκα = αδύναμη) να συμμετάσχω ως αντικείμενο, χωρίς να ερωτηθώ, από δύο ανήλικα παιδιά σε μια τους «φάρσα» για το youtube;
Η πληροφορία «επιλέγω και επιτίθεμαι πάντα στους αδύναμους» δεν θα σβήσει ποτέ από το DNA και τους διαδρόμους του εγκεφάλου των ανθρώπων; Και γιατί θεωρούν ότι μια γυναίκα είναι αδύναμη και ότι δεν πρόκειται να αντιδράσει δυναμικά;
Κι αυτά τα παιδιά πώς σκέφτονται; Γιατί δεν μπορούν να διακρίνουν την πραγματικότητα από το εικονικό γεγονός; Τι βραδυψυχισμός είναι αυτός που οδηγεί δυο παιδιά να οργανώσουν πολύ καλά μια επίθεση σε έναν άγνωστο άνθρωπο (είναι σαφές ότι είχαν καταστρώσει σχέδιο – φόραγαν στολή, είχαν επιλέξει τον χώρο, τράβαγαν με τα κινητά τους, το θύμα μόνο έπρεπε να βρουν) χωρίς να έχουν την παραμικρή ενόχληση από τη λογική σκέψη που λέει:
«Αυτή η γυναίκα απέναντί μου είναι άνθρωπος, με συναισθήματα και μου είναι άγνωστη. Πώς θα αντιδράσει; Μήπως να τη βάλω στο κόλπο;».
Δύο λέξεις θα ξεχωρίσω μόνο που κάνουν και την ειδοποιό διαφορά: συναισθήματα, αντίδραση. Και αυτές χρησιμοποίησα σαν απάντηση αντί συγχώρεσης:
►Τι θα γινόταν αν είχα ένα πρόβλημα υγείας (σωματικό ή ψυχικό) και με την τρομάρα που μου ‘δωσες -γιατί το καταπληκτικό ήταν ότι δεν τους κατάλαβα, δεν τους άκουσα καθόλου καθώς με πλησίασαν, από πίσω μου εννοείται- πάθαινα κάτι;
►Τι θα γινόταν αν στη θέση μου ήταν ένα κορίτσι μικρότερο σε ηλικία, άρα και με μικρότερες δυνατότητες λογικής αντίδρασης, που θα συνοδευόταν από τον πατέρα της ή τον φίλο της;
►Τι θα γινόταν αν εγώ συνοδευόμουν και ο συνοδός μου τρελαινόταν και σε χτυπούσε;
►Τι θα γινόταν αν καλούσα την αστυνομία του πάρκου και σε συνελάμβαναν;
►Τι θα γινόταν αν σήκωνα το χέρι μου και σε χαστούκιζα;
►Τι θα γινόταν αν, αν, αν… Πάμπολλες οι εκδοχές χωρίς κανενός είδους ψυχαναγκασμό. Απλή λογική μόνο.
►Σε κάθε μια από αυτές, αντιστοιχεί και μία διαφορετική έκβαση του μέλλοντος. Παραδείγματα, πάμπολλα.
Ανάλογα με τον χαρακτήρα του καθενός, την περίσταση, τη στιγμή, την κούραση, την ψυχική κατάσταση, ανάλογα, μπορεί να αλλάξει, να χαραχτεί η πορεία της ζωής. «Σε ένα λεπτό η ζωή σου μπορεί να αλλάξει, παιδί μου, το καταλαβαίνεις;»
Ο ένας πήρε την πληροφορία, καταγράφηκε μέσα του όπως και στο πρόσωπό του, ο άλλος απλά έψαχνε για την επόμενη πίστα, αφού είχε πράξει το σωστό, να ζητήσει δηλαδή μηχανικά συγγνώμη.
