Η πρώτη κουταλιά του γλυκού είναι που μετράει. Οι άλλες όσο κι αν κρατήσουν δεν σου προσφέρουν παρά μόνο μια αίσθηση αφθονίας. Ισως κι η τελευταία, γιατί έχει λίγο από τη διαπίστωση πως όλα τα ωραία τελειώνουν κάποτε.
Ομως, η πρώτη κουταλιά! Ξεκινάει πολύ πριν ακουμπήσουμε το μικρό κουταλάκι στα χείλη μας. Το κοιτάμε πρώτα καλά καλά.
Μικρά κύματα ευχαρίστησης πλησιάζουν, η ένταση κορυφώνεται όταν η καλά δουλεμένη ζάχαρη σκάει με δύναμη στον ουρανίσκο.
Η πρώτη κουταλιά δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε μικρή. Είναι πάντα ιδανική. Συνοδεύεται από μια σιωπή και ολοκληρώνεται μ’ έναν αναστεναγμό. Αφήνουμε κάτω το πιατάκι, το απομακρύνουμε λίγο.
Από κει και πέρα προσπαθούμε με «λαίμαργες» κουταλιές να επιμηκύνουμε την απόλαυση αλλά ποτέ δεν είναι μεγαλύτερη από αυτήν της πρώτης κουταλιάς.
Το θαύμα συντελέστηκε και ταυτόχρονα εξαφανίστηκε. Εχω την εντύπωση πως όταν τρώμε το γλυκό που μας αρέσει, ζούμε ταυτόχρονα σε δύο εποχές, τη σημερινή και αυτή της παιδικής μας ηλικίας.
Αυτά σκέφτομαι καθώς περνάνε δίπλα μου πιάτα με γεμιστά κρουασάν και ευφάνταστες συνθέσεις παγωτών με καραμελωμένους ξηρούς καρπούς και σιρόπια.
Οχι, δεν θα πατήσω την υπόσχεση που δίνω κάθε τέτοια εποχή: από δω και πέρα δίαιτα, τέρμα τα γλυκά.
Την επαναλαμβάνω μέσα μου μερικές φορές, σαν ξόρκι. «Τι ήθελες κι έδωσες ραντεβού στο στέκι του πειρασμού;» κατσαδιάζω τον εαυτό μου, «είχες προμελετημένο το έγκλημα, παραδέξου το!».
Στο «τι θα πάρετε;» του ευγενικού σερβιτόρου είχα έτοιμη την απάντηση: «ένα εσπρεσάκι και…». Μια αβέβαιη στιγμή. «Κι ένα τσιζκέικ βατόμουρο», είπα γρήγορα.
«Ομως, μικρό κομμάτι, θα φάω μόνο μια κουταλιά…» συνεχίζω απολογητικά. Με κοιτάζει με κατανόηση σαν να μου λέει: «Καλά, αυτά μας τα ‘παν κι άλλοι».
