Αννα Καρακατσούλη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η συζήτηση αυτή μπορούσε να είχε γίνει από καιρό. Τα ψηφιακά βιβλία και οι συσκευές ανάγνωσης βρίσκονται στην ελληνική βιβλιαγορά από το 2009, όμως γύρω από τον νέο μορφότυπο του βιβλίου επικρατούν ακόμα αρκετές πλάνες. Θεωρείται ότι το ψηφιακό βιβλίο έχει πολύ χαμηλό κόστος καθώς δεν τυπώνεται ούτε αποθηκεύεται, ότι η παραγωγή του είναι εύκολη και γρήγορη αφού ο συγγραφέας παραδίδει στον εκδότη το κείμενό του σε έτοιμο ηλεκτρονικό αρχείο, ότι μπορεί να περνά από χρήστη σε χρήστη δωρεάν (αν και παράνομα) κ.λπ.

Παράλληλα, η ιδέα του ψηφιακού βιβλίου ταυτίζεται με τον εκσυγχρονισμό, τις πολλαπλές δυνατότητες των νέων τεχνολογιών και, κατά συνέπεια, με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, είτε αυτή αφορά την ευκολία μεταφοράς δεκάδων τίτλων σε μια συσκευή ανάγνωσης είτε τη δυνατότητα συγκέντρωσης, επεξεργασίας και ενημέρωσης μεγάλου όγκου πληροφορίας.

Υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και του δυσβάσταχτου κόστους της διανομής των συγγραμμάτων στους φοιτητές κάθε εξάμηνο, γίνονται σοβαρές σκέψεις για την αντικατάσταση των παραδοσιακών έντυπων βιβλίων από ψηφιακά, υιοθετώντας προφανώς τη θετική αποτίμηση που αναφέραμε.

Εδώ προσκρούουμε σε δύο διαφορετικούς προβληματισμούς στους οποίους πρέπει να δοθούν υπεύθυνες απαντήσεις. Ο πρώτος αφορά το κατά πόσο μπορεί η οθόνη να αντικαταστήσει το χαρτί. Είναι εφικτή η πρόσληψη του κειμένου κατά τον ίδιο βαθύ και στοχαστικό τρόπο όταν αυτό σκρολάρει σε μια οθόνη και όταν φυλλομετρούμε ένα παραδοσιακό χάρτινο βιβλίο; Σήμερα η καθολική αντικατάσταση των έντυπων ακαδημαϊκών εγχειριδίων από ψηφιακά έχει υιοθετηθεί μόνον στις προηγμένες τεχνολογικά χώρες της Απω Ανατολής και από ορισμένα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Συνοψίζοντας από τη διεθνή εμπειρία, οι μέχρι σήμερα μελέτες κλίνουν στην υπεροχή του χαρτιού ως προς την κατανόηση και την εμβάθυνση των επιχειρημάτων, τη λογική επεξεργασία και αφομοίωσή τους, καθώς και την απομνημόνευση του νοήματος. Ακόμη και τα αισθητηριακά δεδομένα (βάρος του βιβλίου, υφή του χαρτιού, δυνατότητα υπογράμμισης με το χέρι και σημειώσεων στα περιθώρια, άμεση αντίληψη της προόδου στην ανάγνωση) φαίνεται να παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διαδικασία της μελέτης και της μάθησης.

Είναι γεγονός ότι ορισμένα από αυτά τα πλεονεκτήματα της τεχνολογίας του Γουτεμβέργιου αντισταθμίζονται πλέον από τις πιο εξελιγμένες μορφές των ψηφιακών βιβλίων. Και έτσι ερχόμαστε στον δεύτερο προβληματισμό μας. Κατά πόσο οι Ελληνες εκδότες είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν τη ζητούμενη ψηφιακή μετάβαση. Η μετατροπή ενός αρχείου κειμένου σε ηλεκτρονικό βιβλίο δεν ικανοποιείται από το κοινό σκανάρισμα του βιβλίου.

Απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και προγραμματισμό, μπορεί να έχει σημαντικό κόστος όταν το βιβλίο περιλαμβάνει μαθηματικούς τύπους, σχήματα, πίνακες, κ.λπ., πράγμα που συχνά συμβαίνει και προϋποθέτει πάντα τη διάθεσή του στους αναγνώστες με ασφάλεια στη διαχείριση των δεδομένων και σεβασμό στα πνευματικά δικαιώματα. Ιδιαίτερα αναφορικά με τα τελευταία, όταν πρόκειται για μεταφρασμένα έργα, θα πρέπει ο εκδότης να έχει μεριμνήσει για την αγορά και των ψηφιακών δικαιωμάτων, πράγμα που συνεπάγεται πρόσθετο κόστος και δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένο όσον αφορά τα βιβλία που χρησιμοποιούνται με το υφιστάμενο καθεστώς στην πανεπιστημιακή διδασκαλία.

Στην τρέχουσα συγκυρία, μάλιστα, δεν είναι καν δεδομένη η προθυμία και η αντικειμενική δυνατότητα των εκδοτών να προβούν σε τέτοιας κλίμακας επένδυση όταν η αποπληρωμή τους για τα διανεμηθέντα συμβατικά συγγράμματα γίνεται με τεράστιες καθυστερήσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους.

Επί της ουσίας, συμφωνούμε ότι η πειραματική εισαγωγή ψηφιακών βιβλίων σε κάποια γνωστικά αντικείμενα που προσφέρονται ίσως καλύτερα από άλλα, παράλληλα με την έντυπη μορφή τους, θα μπορούσε να αποτελέσει ενδιαφέρουσα εξέλιξη και να δώσει χρήσιμα στοιχεία στους μελετητές του βιβλίου και των νέων τεχνολογιών. Πιθανόν, επίσης, να ελαφρύνει κάπως τον κρατικό προϋπολογισμό. Δεν αποτελεί όμως σε καμία περίπτωση την ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος που χρειαζόμαστε.

Αντίθετα έχει διαχειριστικό χαρακτήρα και κινδυνεύει να μετακυλήσει το κόστος της μετάβασης στις ήδη επισφαλείς εκδοτικές επιχειρήσεις. Τα βασικά δεδομένα δεν αλλάζουν και η ιερή αγελάδα του μοναδικού εγχειριδίου και της μονομέρειας εν είδει επιστημονικής γνώσης συνεχίζει ανενόχλητη τη βοσκή της…

Να υπενθυμίσουμε ότι η επέκταση της δωρεάν διανομής διδακτικών συγγραμμάτων στην ανώτατη βαθμίδα δεν συνιστά δημοκρατική κατάκτηση του δικαιώματος στη δωρεάν παιδεία. Είναι ένα λαϊκιστικό μέτρο της χούντας που, όπως σχολιάζει ο Αλέξης Δημαράς, «εξασφάλιζε στην κυβέρνηση ουσιαστικότερο έλεγχο του περιεχομένου των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων από εκείνον που ήδη πραγματοποιούσε με τη γενική λογοκρισία».

Εάν πραγματικά επιθυμούμε φοιτητές-νέους επιστήμονες με αυτονομία σκέψης και κρίσης, τότε εντέλει η μορφή του συγγράμματος μικρή σημασία έχει.

Θα έχουμε σίγουρα πολύ καλύτερα αποτελέσματα εάν διαθέσουμε τους περιορισμένους πόρους μας στον εμπλουτισμό των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών με πολλαπλά αντίτυπα (με δικαίωμα δανεισμού και για τους προπτυχιακούς φοιτητές) και απρόσκοπτη πρόσβαση στις διεθνείς ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων ώστε το μοντέλο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας (και εξέτασης) να απελευθερωθεί από το «βιβλίο του καθηγητή» και να στραφεί επιτέλους στη συνδυαστική μελέτη και τη διαμόρφωση προσωπικής αντίληψης για την προσφερόμενη γνώση.

* Διδάσκει Ιστορία του Βιβλίου στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών