Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τους βλέπουμε παντού γύρω μας: σερβίρουν καφέδες, μοιράζουν φυλλάδια, κάνουν τους κλόουν σε παιδικά πάρτι. Αυτό που δεν βλέπουμε -και κυρίως κάνει ότι δεν βλέπει η αγορά εργασίας- είναι τα πτυχία και τα μεταπτυχιακά τους, οι ξένες γλώσσες που κατέχουν, οι βεβαιώσεις σεμιναρίων και ειδίκευσης τις οποίες έχουν με κόπο αποκτήσει.

Είναι υπερπροσοντούχοι, υποαμειβόμενοι και ετεροαπασχολούμενοι. Τέσσερις στους δέκα νέους 25-34 ετών -πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ε.Ε.- στην Ελλάδα αναγκάζονται να «σκίσουν τα πτυχία τους».

Παλαιότερα το λέγαμε «ετεροαπασχόληση» και δεν ήταν απαραίτητα αρνητικό φαινόμενο. Ο δικηγόρος που γίνεται στέλεχος εταιρείας ή ο αρχιτέκτονας που δημοσιογραφεί δεν το έκαναν τόσο από ανάγκη όσο από επιλογή.

Τα περιστασιακά μεροκάματα για φοιτητές ή νέους επιστήμονες ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός μέχρι να βρεθεί κάτι πιο σταθερό και σχετικό με το αντικείμενο των σπουδών τους. Σήμερα οι κακοπληρωμένες «δουλίτσες» δεν είναι προσωρινό πάρεργο αλλά η μόνη ευκαιρία για δουλειά. Η άλλη επιλογή είναι η ανεργία, η υποαπασχόληση, η μετανάστευση.

Το νέο, ευέλικτο, υπερπροσοντούχο και ανακυκλώσιμο εργατικό δυναμικό είναι εδώ. Ολοένα πιο φτηνό, ολοένα πιο μορφωμένο. Από τη «γενιά των 700 ευρώ», στις γενιές των 400 και των 200, η υποτίμηση της εργασίας είναι αντιστρόφως ανάλογη με τους τίτλους σπουδών.

Αυτό το ρεπορτάζ ξεκίνησε τυχαία. Από την απλή ερώτηση προς το «παιδί» που φέρνει τους καφέδες στην εφημερίδα κάθε μέρα: «Πώς και δεν σπουδάζεις;» Το «παιδί» γέλασε, αφού μόνο παιδί δεν είναι πια, και μας έκανε μια περίληψη του βιογραφικού του. Για την ιστορία, έχει σπουδάσει Μουσική Τεχνολογία, παίζει κρουστά κι έχει δουλέψει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση.

Στη συνέχεια κάναμε ακριβώς την ίδια ερώτηση σε κάμποσα από τα «παιδιά» που δουλεύουν στο κέντρο της πόλης μας: στο «κορίτσι» που πουλάει τις τυρόπιτες (Ωκεανογραφία με μεταπτυχιακό), στην κοπέλα που σερβίρει κάπου στην Πλάκα (φιλόλογος με μεταπτυχιακό επίσης), στον ταξιτζή (μαθηματικός). Μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων από 25 έως 34 χρόνων βλέπει τα όνειρά της να καίγονται.

«Τι όνειρα έχεις;» Ηταν η δεύτερη ερώτηση που αποτολμήσαμε.

Ο 31χρονος Βασίλης μιλάει δύο γλώσσες και σπούδασε οικονομικά και πολιτικές επιστήμες. Ξόδεψε έξι χρόνια για πτυχίο και μεταπτυχιακό και σήμερα κάνει δύο δουλειές για να φτάσει τα 600 ευρώ τον μήνα: το πρωί γράφει κι επιμελείται κείμενα για ταξιδιωτικούς οδηγούς και το βράδυ τραγουδάει.

Είναι το χόμπι μου που το έκανα αναγκαστικά επάγγελμα – αν και συνήθως αυτό θεωρείται καλό πράγμα. Θα ήταν, αν το είχα επιλέξει. Προσωπικά όνειρα δεν νομίζω ότι έχω το περιθώριο να κάνω, η κατάσταση χειροτερεύει από μέρα σε μέρα.

Δεν ξέρω πώς είναι να κάνεις όνειρα· η γενιά μου δεν το έχει ζήσει αυτό όπως οι 40άρηδες. Εμείς μπήκαμε στην αγορά εργασία όταν ξεκίναγε η κρίση -που δεν την έλεγαν κρίση ακόμα· η κρίση είναι η κανονικότητα που μάθαμε. Εμείς κάθε βράδυ πρέπει να σκεφτόμαστε την επόμενη μέρα, πώς να σκεφτούμε τους επόμενους μήνες;

Παρ’ όλα αυτά, και γάμοι γίνονται και μωρά γεννιούνται. Αν έχω ένα όνειρο, αυτό είναι να ζήσω σε μια κοινωνία που θα δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να δουλέψουν, να δημιουργήσουν και θα τους επιβραβεύει γι’ αυτό

Ολα μαύρα

Η Μαρία είναι 33 χρόνων. Τελείωσε το ΤΕΙ Μηχανολογίας «και δεν έχει ούτε ένα ένσημο στον κλάδο της», όπως μας συστήνεται.

Ενώ έχω δουλέψει πολύ σε διάφορα γραφεία, όλα τα χρήματα ήταν μαύρα». Σήμερα ζει με τους γονείς της, δουλεύει περίπου δέκα ώρες τη μέρα και άλλες τρεις τις ξοδεύει στις μετακινήσεις της. Εκτός από τη «μαύρη» εργασία στο αντικείμενο που σπούδασε, για να συμπληρώσει το εισόδημά της προσέχει παιδάκια και δύο φορές την εβδομάδα συντροφεύει μια γιαγιά.

Κι από τις τρεις δουλειές της συγκεντρώνει 800 ευρώ. «Περιθώρια για προσωπική ζωή δεν έχω πολλά, είμαι τόσο κουρασμένη που το βράδυ θέλω να δω μια ταινία ή το “Survivor” και να κοιμηθώ. Η πιο μεγάλη μου πολυτέλεια είναι δέκα μέρες διακοπές το καλοκαίρι, με σκηνή φυσικά».

Στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις μας η Μαρία απαντά με έκπληξη: «Τι εννοείτε να ζω μόνη μου; Αφού θα ήταν αδύνατο να συντηρήσω σπίτι. Γιατί να με πνίγουν οι γονείς μου; Πάντα μαζί τους ζούσα. Γιατί να θυμώσω; Είδαμε κι όλα αυτά τα χρόνια που θυμώναμε, άλλαξαν τόσες κυβερνήσεις και τίποτα δεν άλλαξε. Νομίζω ότι αυτά είναι αναζητήσεις μεγαλύτερων ανθρώπων, εμείς κοιτάζουμε να προσαρμοστούμε και να επιβιώσουμε

Η Λίνα, 34 ετών, έχει σπουδάσει αρχιτεκτονική. Μετά από μακρά διαστήματα ανεργίας και υποαπασχόλησης, βρήκε σταθερή δουλειά σε κατάστημα γρήγορου φαγητού σε επαρχιακή πόλη:

Στην αρχή με κοίταγαν περίεργα, “αρχιτέκτονας και πουλάει τυρόπιτες”. Τώρα με βλέπουν περισσότερο με συμπάθεια. Κάποιοι λένε “μπράβο, δεν είναι ψώνιο”, άλλοι είναι πιο επιφυλακτικοί. Πριν, όταν είχα μείνει χωρίς δουλειά, έμαθα να πλέκω. Μέσω ίντερνετ είδα ότι μπορώ να βοηθηθώ πουλώντας πλεκτά. Φύλαγα και δύο ηλικιωμένους, με άνοια.

Δεν άντεξα. Αρκετοί συνάδελφοί μου ασχολήθηκαν με διαφορετικά επαγγέλματα, καλλιτεχνικής φύσης, π.χ. σκηνογραφία ή τατουάζ. Αλλοι την παλεύουν, με βοήθεια από την οικογένειά τους. Καταφέρνουν ίσα ίσα να πληρώνουν Ταμείο και Εφορία.

Εγώ σκέφτομαι να κάνω παύση στο ΤΣΜΕΔΕ, μόλις έκλεισα και την Εφορία. Τη δουλειά στο φαστ φουντ θα συνεχίσω να την κάνω όσο αντέχω, γιατί είναι πολύ απαιτητική. Ηταν πολύ δύσκολο να βρω οποιαδήποτε δουλειά.

Δεν με έπαιρνε κανείς, γιατί δεν είχα προϋπηρεσία και γιατί λέγανε “αυτή αποκλείεται να καθίσει”. Πώς νιώθω; Με τις μέρες μου. Στα γενέθλιά μου με πήρε από κάτω, τι κάνω τώρα; Αλλιώς τα είχα υπολογίσει. Οχι κάτι φοβερό, απλά να συντηρούμαι. Αλλά χάρηκα που βρήκα τη δουλειά. Μπορώ να φέρνω λεφτά στο σπίτι.

Ομως με πιάνει απελπισία, γιατί όταν περνάς μια ηλικία δεν σε χρειάζονται. Σταματάς να μαθαίνεις. Οταν δεν μπορείς να εξελιχθείς σε κάτι, σταματάει να σε ενδιαφέρει. Είσαι αναλώσιμος, δεν μετράει η εμπειρία σου. Φοβάμαι ότι δεν θα αντέξω πολύ σωματικά. Εχει πολύ κουβάλημα, κάνουμε τα πάντα. Είναι μέρες που δεν μπορώ να κρατήσω ούτε το πιρούνι

Αυτό που οι νέοι πτυχιούχοι εκφράζουν ως ματαιωμένη ελπίδα, οι ειδικοί το μετράνε με ποσοστά: «Από τα στατιστικά δεδομένα προκύπτει ότι ακόμα και στην Ελλάδα της κρίσης οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να βρουν εργασία.

Εστω κατώτερη των προσόντων τους ή υποαμειβόμενη», μας λέει ο Κώστας Πουλιάκας, εμπειρογνώμων στο Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP). «Το 2011 περίπου το 33% των νέων πτυχιούχων στην Ελλάδα απασχολούνταν σε δουλειές που απαιτούσαν λιγότερα προσόντα. Τώρα το ποσοστό έχει ανέβει στο 40%. Πρέπει ωστόσο να είμαστε προσεκτικοί με τα νούμερα», διευκρινίζει.

Αν περιοριστούμε στις αναγκαστικές μορφές ετεροαπασχόλησης, λόγω έλλειψης θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης στην ελληνική οικονομία, θα πέφταμε περίπου στο 30%

Ενας τρόπος υπολογισμού της ετεροαπασχόλησης των πτυχιούχων, μας εξηγεί η Μαρία Καραμεσίνη, διοικήτρια του ΟΑΕΔ, προκύπτει από τα ποσοστά των εργαζόμενων πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οι οποίοι δεν απασχολούνται σε επαγγελματικές κατηγορίες που θεωρείται ότι αντιστοιχούν στο εκπαιδευτικό τους επίπεδο: σε επιστημονικά επαγγέλματα, ως τεχνολόγοι και βοηθοί τεχνικοί ή ως ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη επιχειρήσεων και δημόσιων φορέων:

«Σύμφωνα με αυτόν τον υπολογισμό, το ποσοστό ετεροαπασχόλησης των πτυχιούχων 30-34 ετών ανερχόταν στο 37,5% το τελευταίο τρίμηνο του 2016, έναντι 23% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008».

Ομορφες λέξεις, άγρια πραγματικότητα

Οι μελετητές της αγοράς εργασίας διαχωρίζουν τα είδη ετεροαπασχολήσης, προτιμώντας τους όρους «αναντιστοιχία προσόντων» και «αναντιστοιχία δεξιοτήτων». Οι σχετικές έρευνες μιλούν για «υπερεκπαίδευση» (οvereducation) – ένας όρος μάλλον προβληματικός, καθώς δύσκολα μπορούμε να δεχτούμε ότι υπάρχει όριο στο αγαθό της παιδείας.

Η υπερεκπαίδευση ορίζεται ως «κάθετη» αναντιστοιχία δεξιοτήτων-θέσης και υφίσταται όταν ένα άτομο απασχολείται σε μια θέση για την οποία απαιτείται κατώτερο επίπεδο εκπαίδευσης από αυτό που διαθέτει ο εργαζόμενος. «Οριζόντια» αναντιστοιχία υφίσταται όταν το είδος της εκπαίδευσης και των δεξιοτήτων είναι ακατάλληλο για τη συγκεκριμένη θέση.

Αυτά που δεν λένε οι τεχνοκρατικοί ορισμοί είναι ότι η μόρφωση και το επάγγελμα φοριούνται σαν κοστούμι του οποίου τα μέτρα υπαγορεύουν οι εκάστοτε ανάγκες της αγοράς. Κι αν το κοστούμι πέφτει στενό για τις γνώσεις και τις δυνατότητές σας, ψαλιδίστε τες για να χωρέσουν.

Η αμαρτία της «υπερμόρφωσης» θεραπεύεται με τις αρετές τής «διά βίου μάθησης», της συσσώρευσης προσωρινών εργαλειακών δεξιοτήτων, που απαξιώνονται κάθε σεζόν, ακολουθώντας τις τάσεις «κινητικότητας» και «ευελιξίας» του εργαζόμενου-λάστιχο.