Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε… πειθαναγκαστική αναθεώρηση της πολιτικής της λιτότητας φαίνεται να οδηγείται η Βρετανίδα πρωθυπουργός, Τερέζα Μέι, με φόντο τη μετεκλογική ανάκαμψη των Εργατικών του αριστερού Τζέρεμι Κόρμπιν και την ελεύθερη πτώση που σημειώνει η δημοτικότητα τόσο της ίδιας όσο και του κυβερνώντος κόμματος, των Τόρις.

Ενδεικτική του κλίματος είναι η μεγάλη διαδήλωση που οργανώθηκε το Σάββατο στο κεντρικό Λονδίνο, με κεντρικά συνθήματα «Η λιτότητα σκοτώνει», «Διώξτε τους Τόρις» και βασικό ομιλητή τον Κόρμπιν, ο οποίος στηλίτευσε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και επανέλαβε το αίτημα για νέες εκλογές «το συντομότερο δυνατό», μόλις τρεισήμισι εβδομάδες μετά τις πρόωρες εκλογές του Ιουνίου.

Δημοσκόπηση της Opinion που δημοσίευσε χθες η εφημερίδα Observer δίνει τώρα προβάδισμα έξι μονάδων στους Εργατικούς (45%) έναντι των Τόρις (39%), καταγράφοντας ταυτόχρονα κατάρρευση της δημοτικότητας της Μέι στις -20 μονάδες (από +21 που ήταν στα μέσα Απριλίου) και αύξηση του ποσοστού αποδοχής του Κόρμπιν στο +4, από -35 μονάδες που ήταν προ τριμήνου.

Υπό αυτό το πρίσμα, χθεσινά δημοσιεύματα κάνουν λόγο για ασφυκτικές πιέσεις που δέχεται πλέον η Μέι από πρωτοκλασάτους υπουργούς και βετεράνους βουλευτές των Τόρις για αλλαγή κατεύθυνσης στην οικονομική πολιτική της, με βασικούς άξονες:

(α) την κατάργηση του -συνδεδεμένου με τον πληθωρισμό- ορίου 1% στις μισθολογικές αυξήσεις για το διαρκώς συρρικνούμενο προσωπικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας (από τις βασικές προεκλογικές εξαγγελίες Κόρμπιν),

(β) αύξηση των δαπανών για την παιδεία και «εθνικό διάλογο» για τα φοιτητικά δάνεια και το ύψος των διδάκτρων.

Πριν από τις διακοπές

«Ενώ οι Συντηρητικοί δεν θέλουν να φανεί σαν να αντιδρούν στην πίεση των Εργατικών», γράφει ο Observer, «στο παρασκήνιο ενισχύεται η άποψη ότι η Μέι και ο (υπουργός Οικονομικών) Φίλιπ Χάμοντ θα πρέπει να δώσουν ένα σαφές μήνυμα ότι η κυβέρνηση θα αλλάξει κατεύθυνση πριν το Κοινοβούλιο διακόψει τις εργασίες του για τις θερινές διακοπές, στις 20 Ιουλίου».

«Βουλευτές και υπουργοί αναμένουν ότι η αλλαγή πολιτικής θα επιβεβαιωθεί στον νέο προϋπολογισμό που θα καταθέσει το φθινόπωρο ο Χάμοντ», επισημαίνει η βρετανική εφημερίδα.

«Πολλοί Τόρις λένε ότι η συμφωνία του ενός δισ. λιρών, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κοινοβουλευτική στήριξη του βορειοϊρλανδικού DUP, έχει καταστήσει σχεδόν αδύνατη την υπεράσπιση του ορίου στις μισθολογικές αυξήσεις στον δημόσιο τομέα».

«Η χαμηλή φορολογία και οι χαμηλές δαπάνες που χαρακτηρίζουν τη βρετανική οικονομία διατηρούν μεν τη ροή ξένων επενδύσεων, όμως η ζυγαριά έχει γείρει πάρα πολύ στη μεριά των περικοπών», αναγνωρίζουν μέχρι και οι συντηρητικοί Financial Times, σε κεντρικό τους άρθρο.

Παρ’ όλα αυτά, υπογραμμίζουν, «το δημόσιο χρέος παραμένει πολύ μεγάλο, στο 85% του ΑΕΠ, αφήνοντας τη χώρα χωρίς την απαραίτητη δημοσιονομική ευελιξία στην επόμενη ύφεση. Μια επικίνδυνη επιλογή, καθώς η χώρα αντιμετωπίζει τις αβεβαιότητες του Brexit».

«Εφόσον η λιτότητα έχει φτάσει τα όρια της πολιτικής αντοχής και το επίπεδο του χρέους δεν αφήνει περιθώρια για αύξηση δανεισμού, απομένει μία επιλογή», καταλήγουν οι FT: «μία μέση, δίκαιη και αποτελεσματική αύξηση της φορολογίας», μνημονεύοντας ειδικά τον ΦΠΑ, τον φόρο εισοδήματος, τις ασφαλιστικές εισφορές των αυτοαπασχολούμενων και τους εταιρικούς φόρους.