Ισαμε τον ποταμό κατέβαινε ο αγκιναρόκηπός μας. Απότομη η πλαγιά, κουτρουβαλούσε μέχρι τη ρεματιά· δεν είχες από πού να πιαστείς σαν την κατηφόριζες.
Ακατάλληλος ο τόπος για να βοσκήσουν ζωντανά ή να καλλιεργήσεις μποστανικά· αποφασίσανε το λοιπόν οι παππούδες μας να φυτέψουνε δυο-τρεις καρυδιές για να βαστήξουνε οι ρίζες τους το χώμα και τον γεμίσανε αγριαγκινάρες, που συνταιριάζουνε κι οι αγκάθες τους με αυτές των βάτων στην άκρη της ποταμίδας.
Κι αν είχανε αγκάθες οι αγριαγκινάρες μας! Οσο περνάγανε τα χρόνια, πυκνώνανε οι παραφυάδες τους και δεν αφήσανε στο τέλος ούτε δράμι γυμνής γης· ολόκληρη απόφαση ήτανε να μπεις μες στον αγκιναρόκηπο, τέτοιες μέρες στα τέλη της άνοιξης, και να τονε τρυγήσεις.
Τι να πρωτοπροσέξεις; Να μη γδαρθείς από τις τσίτες ή να μην παραπατήσεις και κατρακυλήσεις στον ξεροπόταμο; Ηθελε προετοιμασία η δουλειά· μακρύ μπατζάκι και μανίκι, κατσούνα, παπούτσι σταθερό και χέρι αλφαδιασμένο.
Ν’ ακροβατήσεις επιδέξια για να γεμίσεις το τσιγκάκι σου με τ’ αγκαθένια κεφαλάκια. Οσο και να το κάνεις, κι ο πιο επιμελής δεν έβγαινε αναίμακτος από τη ζούγκλα του αγκιναρόκηπου· πέντ-έξι γρατσουνιές και κάμποσα τσουξίματα ήτανε το μικρότερο αντίτιμο που έπρεπε να πληρώσεις για να γευτείς τον εξαιρετικό μεζέ.
Σαν τις καθαρίζαμε απ’ τα φύλλα, με τη χοντρή αγκάθα στην επάνω τους μεριά, πάντα δαγκώναμε το άσπρο τους κομμάτι, το βρώσιμο, μην πάει χαμένη η νοστιμιά.
Κι έπειτα, ωμές και φρεσκοκομμένες, τις βουτούσαμε στο λεμόνι να διατηρηθούνε ώσπου να γενούνε η συγκολλητική ουσία της παρέας, με μια δροσερή τσικουδιά. Μαυρίζανε τα δόντια μας και μούδιαζε το στόμα μας, μα ευφραινόταν ο ουρανίσκος κι η ψυχή μας απ’ το αγνό το πράμα, το ατόφιο.
Περάσανε τα χρόνια, φύγανε οι παππούδες, πιαστήκαμε εμείς στις πολιτείες, έμεινε άσκαφτος κι ακλάδευτος ο αγκιναρόκηπος, ξεράθηκε με τα πολλά. Μείνανε μονάχα οι βάτοι, να θεριεύουνε ανενόχλητοι και ν’ απειλούν να πνίξουνε τις άμοιρες τις καρυδιές, που πασχίζουνε ακόμη να κρατήσουνε στη θέση του το χώμα, να μην το παρασύρει η βροχή.
Τώρα περνάμε με αγκινάρες ήμερες, αγοραστές, εύκολες στο καθάρισμα, δίχως αγκάθες και γρατσουνίσματα, δίχως ρίζες βαθιές στο μέσα και στο είναι μας, δίχως ατόφια γεύση κι ασκοτείνιαστες παρέες.
Κι αν δεν μαυρίζουν πια τα δόντια μας, μαυρίζει πάντως η ψυχή μας, αποστερημένη από τη νοστιμιά των στιγμών που μας χάριζε κάποτε ο αγκιναρόκηπός μας.
