Κάποιες φορές, έχω μια περίεργη εσωτερική παρόρμηση ξεσκονίσματος βιβλίων σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης.
Αλλες, αναγκάζομαι ωθούμενος από υποψίες μουρμούρας των γύρω μου.
Πάνω στα ράφια, βλέπω μερικά καλά τακτοποιημένα με πολύχρωμα καλύμματα, δερματόδετα με καφέ, μπορντό και πράσινες αποχρώσεις, τα ονόματα των συγγραφέων στη ράχη, τον τίτλο στη μέση και το δικό μου όνομα στη βάση τους, να βρίσκονται στη μέσα πλευρά των ραφιών, έχοντας έτσι διπλασιάσει κατά καιρούς πονηρά τη χωρητικότητά τους.
Ξανά, μία από τις τελευταίες προσπάθειες στέφτηκε από επιτυχία, αφού κατάφερα να τακτοποιήσω με διαφορετική αρχιτεκτονική, ίσως καλύτερη, τμήμα της βιβλιοθήκης.
Βρήκα πολλά καταχωνιασμένα, συνειδητοποιώντας τον τρόπο και τον τόπο απ’ όπου αγοράστηκαν και συσσωρεύτηκαν εδώ.
Ανακάλυψα κάποια που σκόπευα να διαβάσω και η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική.
Βρήκα μερικά από το οικογενειακό αρχείο που είχα φυλαγμένα και με γύρισαν δεκαετίες πίσω, κάποιες εποχές ομολογουμένως δύσκολες.
Αναγκάστηκα να τα ξεφυλλίσω με εμφανή δόση νοσταλγίας εκείνων των εποχών, αλλά γρήγορα με έφερε στην πραγματικότητα ο Σοπενχάουερ που έλεγε «… όταν νοσταλγούμε έναν μακρινό τόπο, στην πραγματικότητα νοσταλγούμε μόνο τον χρόνο που ζήσαμε εκεί, τότε που ήμασταν πιο νέοι και πιο φρέσκοι…».
Ηταν αναμφίβολα εποχές ωρίμανσης και διαφοροποίησης του χαρακτήρα!
Κιτρινισμένες σελίδες, σκονισμένες, κάποιες υπογραμμίσεις και σημειώσεις στο περιθώριο με έγχρωμο στιλό για γρήγορη εστίαση του βλέμματος, αλλού με μολύβι, που απόρησα από την αντοχή τους στον χρόνο.
Σχεδόν παντού, η ημερομηνία και ο τόπος αγοράς, με αποτέλεσμα να περάσουν από μπροστά μου κάποιες δεκαετίες.
Μαζί με το ταξίδι στους τόπους αυτόματα ήρθε και το ταξίδι στους ανθρώπους, δικούς μου, παρόντες και απόντες, φίλους που έμειναν στο πίσω μέρος του μυαλού, η απόσταση βλέπεις ως δικαιολογία, συναδέλφους και γνωστούς που έμεινε η υπογραφή τους σε κάποιο βιβλίο που μου χάρισαν, κάποιοι μας εγκατέλειψαν στη μέση, άλλους τους εγκαταλείψαμε εμείς, κάποιοι χάθηκαν οριστικά, με άλλους χαθήκαμε γιατί έτσι έπρεπε, όλα και το κάθε ένα ξεχωριστά, με ταξίδεψε σε τόπους, χρονικές περιόδους, νοοτροπίες και παλινωδίες.
Σε μερικά υπήρχε η ωοειδούς συνήθως σχήματος σφραγίδα του βιβλιοπωλείου, αλλού η τιμή σε δραχμές, με αποτέλεσμα την αυτόματη αντανακλαστική μετατροπή τους, με ανάμικτα αισθήματα, στο σημερινό νόμισμα, ορισμένα που εντάσσονταν στα «καταραμένα», που ίσως δεν έπρεπε να διαβαστούν τότε, με προφανή αλλά καλά κρυμμένα μηνύματα.
Ηρθε στο προσκήνιο η περίοδος που διαβάστηκαν, υπενθυμίζοντας δύσκολη ενηλικίωση, γιατί όπως έλεγε κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις γνωστές ηρωικές ιστορίες. Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμιστών»!
