Για να σας μεταφέρω στο τοπίο, θα έπρεπε το φύλλο της εφημερίδας που κρατάτε να γέμιζε με χρυσή άμμο, γύρω σας ψηλά πεύκα κι ένα μονοπάτι με βότσαλα που θα κατρακυλούσαν μέχρι την άκρη της σελίδας.
Φανταστείτε τον καταγάλανο ουράνιο θόλο πάνω από την ακτή.
Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν σ’ αυτόν τον επίγειο παράδεισο είναι ένα ζευγάρι.
Η σκηνή τους είναι στημένη κάτω από το μεγαλύτερο δέντρο. Χρειάζονται μόλις μερικά δευτερόλεπτα για να βουτήξουν στα καταπράσινα νερά.
Τέτοια εποχή κάμπινγκ; Τέτοια εποχή. Κι εμείς, περαστικοί από εκεί, τους κοιτάμε με ανάμικτα συναισθήματα.
Τους ζηλεύουμε; Ναι. Θα το κάναμε; Το σκεφτόμαστε για λίγο.
«Μάλλον όχι. Το κάναμε κάποτε όμως!». «Ε, τότε ήμασταν πολύ νέοι». «Μα, κοιτάξτε τους. Δεν είναι φοιτητές, έχουν πατημένα τα πενήντα!».
Τους κοιτάζω. Διαβάζουν κάτω από το δέντρο, αδιάφοροι για το αυτοκίνητο, αδιάφοροι για μας που φοράμε χειμωνιάτικα ρούχα και τους παρατηρούμε σαν να είδαμε τα πιο παράξενα ζώα του πλανήτη.
Εκείνοι είναι απορροφημένοι σε ό,τι κάνουν. Είναι μέρος του τοπίου, επιχρισμένοι με το ίδιο υλικό που είναι επιχρισμένα τα κουκουνάρια, τα βότσαλα, τα βράχια, τα φύλλα κι οι πευκοβελόνες.
Μοιάζουν να μη χρειάζονται κάτι άλλο, κάτι παραέξω από αυτόν τον μικρό κόλπο που κλείνει προστατευτικά γύρω τους.
Εμείς δείχνουμε παράταιροι σ’ αυτόν τον πίνακα.
Στην εκδρομή του Σαββατοκύριακου πήραμε μαζί μας ό,τι θεωρήσαμε «απαραίτητο».
«Απαραίτητο» πάει να πει: περισσότερα ρούχα απ’ ό,τι θα χρειαστούμε, πολλές εφεδρικές μπαταρίες, προϊόντα περιποίησης, μα πάνω απ’ όλα… πήραμε την πόλη μαζί μας.
Τους ρυθμούς μας. Το βλέμμα, συνηθισμένο να φτάνει μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο ή τα ηλεκτρονικά παράθυρα, δυσκολεύεται τώρα στον ανοιχτό ορίζοντα.
Μια έντονη ανάμνηση αναδύεται από τη μυρωδιά των δέντρων. Μια παρέα μικρών κοριτσιών παίζει κάτω από ένα μεγάλο πεύκο.
Ενώνουν πευκοβελόνες μεταξύ τους και φτιάχνουν κολιέ και σκουλαρίκια. Τα φοράνε η μία στην άλλη.
Περήφανες για τις δημιουργίες τους ποζάρουν με τη χάρη Χολιγουντιανών σταρ μπροστά στον φακό.
Αυθόρμητα αγγίζω τον λαιμό μου, ψάχνοντας το κολιέ με τις πευκοβελόνες. Δεν είναι εκεί, μα θυμάμαι την αίσθηση.
Πριν ξεκινήσουμε για το κοντινό χωριό, μαζεύω μερικές πευκοβελόνες.
Στο τραπέζι του μεσημεριού φτιάχνω για την παρέα βραχιόλια. «Να ‘χουμε κάτι να πάρουμε μαζί μας από τον παράδεισο», τους λέω.
Το κάμπινγκ μπαίνει ζωηρά στην κουβέντα. Μήπως να το δοκιμάζαμε φέτος;
