Θωμάς Ψήμμας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο ρεπουμπλικανισμός -ως διακριτό ρεύμα ιδεών- χαρακτηρίζεται από την έμφαση στην ανάγκη διαφύλαξης της Πολιτείας (νεωτερική εκδοχή της res publica). Ως Πολιτεία νοείται ο ζωτικός εκείνος δημόσιος χώρος που, εξοπλισμένος με την auctoritas (νομιμοποιημένος καταναγκασμός), εγγυάται την ομαλή αλληλεπίδραση και αντιπαράθεση συμφερόντων, αρχών, αξιών, ιδεών κ.λ.π. Κεντρικό άξονα και απώτατο τελολογικό ορίζοντα κάθε ρεπουμπλικανικής σκέψης αποτελεί η διάσημη φράση του Κικέρωνα “salus populi suprema lex esto” (=η σωτηρία του λαού είναι ο υπέρτατος νόμος της πόλης).

Τη ρεπουμπλικανική εκδοχή της Πολιτείας υιοθετούν ετερόκλητες, ως προς τη φιλοσοφική τους αφετηρία και την πολιτική τους εκβολή, θεωρήσεις. Η ανάγκη διαφύλαξης της κρατικά οργανωμένης πολιτικής κοινότητας τονίζεται στη «φιλελεύθερη» πτέρυγα της συμβολαιοκρατικής παράδοσης. Η μη διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου αποτελεί το αναγκαίο μέσο για την προαγωγή ενός φιλελεύθερου σκοπού, είτε στη minimal εκδοχή της ασφάλειας και ειρήνης των υπηκόων (Hobbes) είτε στην πιο διευρυμένη έκφανση της ελευθερίας και ιδιοκτησίας των ατόμων (Locke).

Η «κοινωνιοκεντρική» ανάγνωση του κοινωνικού συμβολαίου, επίσης, αξιοποιεί τη ρεπουμπλικανική παράδοση του κράτους. Η «γενική βούληση» αποτελεί δομικό στοιχείο στη σκέψη του Rousseau, όπου η πολιτική εξουσία του λαού εκφράζει μια χειραφετημένη και, συνάμα, χειραφετητική διάσταση κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο μετα-μαρξιστής Balibar θεωρεί την πολιτική κοινότητα sine qua non προϋπόθεση για την προώθηση της «ισοελευθερίας» και της «δι-ατομικότητας», δηλαδή της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας του ατόμου-πολίτη-κοινωνικού όντος.

Στον «διαλογικό ορθολογισμό» του Habermas η συγκρότηση μιας δημόσιας σφαίρας επικοινωνίας και η ισότιμη συμμετοχή των μελών της πολιτικής κοινότητας σε αυτήν λειτουργεί αυτοτελώς ως το νομιμοποιητικό θεμέλιο των κανόνων που παράγονται από τη διαβουλευτική αυτή διαδικασία.

Από τα παραπάνω συνάγουμε ότι η ρεπουμπλικανική αυταξία της Πολιτείας αποτελεί εκείνο το «κουτί» που καθιστά άξια λόγου και, συνάμα, οριοθετεί κάθε δημόσια συζήτηση σχετικά με δικαιώματα, ελευθερίες και κοινωνικά αιτήματα. Και αντιστρόφως, το άδειο «κουτί» της Πολιτείας έχει λόγο ύπαρξης και βγάζει νόημα μόνο αν το γεμίσουμε με φιλελεύθερα ή/και εξισωτικά συμφραζόμενα. Έτσι, βλέπουμε ότι ακόμα και στην πιο «καθαρή» (pure) έκφραση ρεπουμπλικανικής σκέψης, ο Pettit επισημαίνει την άρρηκτη σύνδεση του ρεπουμπλικανικού ιδεώδους με την επίτευξη του μέγιστου δυνατού βαθμού ελευθερίας, στην αρνητική-αμυντική («ελευθερία από») και στη θετική-συμμετοχική («ελευθερία σε») της διάσταση.

Στον εγχώριο δημόσιο λόγο, το «εκσυγχρονιστικό» Κέντρο φιλοδόξησε να αποτελέσει τον «προνομιακό» σύγχρονο εκφραστή της ρεπουμπλικανικής παράδοσης. Μετά την «πτώση του Τείχους» και πριν την «κατάρρευση της Lehman Brothers» (1991-2008), το ρεπουμπλικανικό υπόδειγμα πολιτικής διακυβέρνησης συμπυκνωνόταν σε δύο προκείμενες:

α) στην πέραν των τάξεων, ενιαία και αδιαίρετη συγκρότηση, οργάνωση και άσκηση της πολιτικής εξουσίας,

β) στην αντικατάσταση του «πελατειακού, πατερναλιστικού, βραδυκίνητου» κομματικού κράτους από την «παραγωγική, καινοτόμα και αυθόρμητη» κοινωνία των πολιτών ως την κατεξοχήν δημόσια σφαίρα επικοινωνίας σε εποχές διεθνοποίησης των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων.

Βλέπουμε, συνεπώς, ότι η «εκσυγχρονιστική» εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας επιχειρεί να καταστήσει τον ρεπουμπλικανισμό ηγεμονική ιδεολογία ταυτίζοντας το ρεπουμπλικανικό πρόταγμα με προδήλως διαφορετικά -σε σχέση με το «λαϊκιστικό» παρελθόν- μέσα αστικοδημοκρατικής πάλης. Η έμφαση στην «ατροφική» κοινωνία των πολιτών, σε ανταγωνιστική σχέση προς το «υπερτροφικό» κράτος, δεν προσθέτει περιεχόμενο σε ένα εξ ορισμού άδειο «κουτί» («ρεπουμπλικανισμός»), απλώς τονίζει τον τρόπο, με τον οποίο οι ορθολογικοί πολιτικοί δρώντες καλούνται να γεμίσουν το «κουτί». Αυτή η αυτοαναφορική, εξόχως περιοριστική, εκδοχή ρεπουμπλικανισμού, συγχέοντας συνειδητά τα μέσα με τους σκοπούς της δημοκρατικής διαβούλευσης, καταλήγει διά παραλείψεως σε απολογία του εκάστοτε κοινωνικοοικονομικού status quo, δηλαδή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και διανομής στην «καθυστερημένη» Ελλάδα.

Μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers (το νεοφιλελεύθερο κραχ) του 2008 και, συνακόλουθα, τη χρεοκοπία του αδύναμου κρίκου της Ευρωζώνης (Ελλάδα), ο ρεπουμπλικανισμός των «εκσυγχρονιστικών» δυνάμεων έδωσε ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στο «πώς» (μέσα), εξωραϊζοντας το «προς τα πού;» (σκοποί) και αποσυνδέοντας εντελώς το «γιατί;» από τον διεθνικό ορίζοντα της «κρίσης». Έτσι, η εγχώρια δημοσιονομική, θεσμική και, εντέλει, ανθρωπιστική κρίση ερμηνεύεται αποκλειστικά και μόνο υπό το φως της «ρεαλιστικής προσαρμογής» μετά από δεκαετίες πλαστής ευημερίας. Το «μαζί τα φάγαμε» γίνεται το υπόρρητο νομιμοποιητικό βάθρο της έκτακτης ανάγκης, το υλικό background της «εξαίρεσης».

Ο θεσμικός μηχανισμός της εξαίρεσης («Μνημόνιο») παρουσιάζεται ως το αναγκαίο φάρμακο για την επιστροφή στην «κανονικότητα», ήτοι σε έναν -realpolitik ιδωμένο- ρεπουμπλικανισμό. Καθένας που αμφισβητεί κριτικά τον μνημονιακό μονόδρομο ταυτίζεται με ένα διανοητικά κατασκευασμένο ανορθολογικό ον που προάγει το «λαϊκισμό», υπονομεύει την «εθνική προσπάθεια» και, πάνω απ’ όλα, επιτίθεται στην «ανοιχτή κοινωνία» και τη «φιλελεύθερη δημοκρατία». Ο πλουραλισμός του πολιτικού φιλελευθερισμού και η σύνθεση του κλασικού ρεπουμπλικανισμού αντικαθίστανται από μια μάχη χαρακωμάτων μεταξύ «ορθολογισμού-ανορθολογισμού», «εκσυγχρονισμού-παράδοσης», «διεθνικού φιλελευθερισμού-εθνολαϊκισμού». Έτσι, οι αυτόκλητες δυνάμεις της ρεπουμπλικανικής «κοινής λογικής» αποποιούνται ακόμα και τον επιφανειακό ρεπουμπλικανισμό της «εκσυγχρονιστικής» ευημερίας, ερμηνεύοντας τις ιδεολογικές διαφορές υπό το σμιτιανό πρίσμα «φίλος-εχθρός». Με αυτό τον τρόπο, όμως, αναπαράγουν, από αντίστροφη σκοπιά, τον διχαστικό, ολοκληρωτικό λόγο («ελίτ-λαός») που καταλογίζουν συλλήβδην στους πολιτικούς τους αντιπάλους.

Η «εξαίρεση» και η «έκτακτη ανάγκη» σταδιακά παύουν να λειτουργούν ως ο μόνος τρόπος (There Is No Alternative) διάσωσης της Πολιτείας (καταστατική αρχή πάσης φύσεως ρεπουμπλικανισμού) και μεταβάλλονται σε αυταξίες της ρεπουμπλικανικής παράδοσης, διαστρεβλώνοντας το αληθές περιεχόμενο της διάσημης φράσης του Κικέρωνα. Προκειμένου να εξορίσει τη σμιτιανή, αντι-πλουραλιστική αντίληψη της πολιτικής («φίλος-εχθρός»), ο εγχώριος ρεπουμπλικανισμός της «εξαίρεσης» επινοεί, κατά την κλασική σμιτιανή μέθοδο, «εχθρούς», στους οποίους προσάπτει «ανορθολογισμό», δηλαδή έλλειψη μιας στοιχειώδους ανθρώπινης ιδιότητας. Μήπως, τελικά, ο ρεπουμπλικανισμός της «εξαίρεσης» δεν μπορεί καν να θεωρηθεί ρεπουμπλικανισμός;

Το ιδεώδες της πολιτικής κοινότητας στηρίζεται στη διαλεκτική σύνθεση των αντίρροπων δυνάμεων και όχι στην επιβαλλόμενη εξάλειψη των διαφορών. Όταν δεν λειτουργούν και, ακόμα χειρότερα, δεν επιτρέπονται πια οι διαφορές -ορθολογικοποιημένη πολιτική αντιπαράθεση κατά Mouffe- ως αναστοχαστικό εγχείρημα, τότε η ίδια η πολιτική κοινωνία (το κοινό σπίτι των προσωπικά και συλλογικά αυτόνομων ανθρώπων) απονεκρώνεται. Τότε, όμως, ο ρεπουμπλικανισμός καταρρέει σαν σιδερένιος πύργος («δημοσιονομική πειθαρχία») χτισμένος πάνω στην άμμο της συγκυρίας («κρίση»). Δεν είναι πια εκείνο το tabula rasa, το κουτί-θεμέλιο (δημόσια σφαίρα), το οποίο γεμίζουμε με τις συντηρητικές, φιλελεύθερες, σοσιαλδημοκρατικές ή ριζοσπαστικές ιδέες μας.

Έχει ήδη γεμίσει «για μας χωρίς εμάς», «για το καλό μας» από την εκάστοτε πολιτική και οικονομική ελίτ με τη μονότονη αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου, με την κανονικοποίηση της «εξαίρεσης», με την αντι-ρεπουμπλικανική επιβράβευση κάποιων (των «άξιων, άριστων ορθολογιστών») και την τιμώρηση κάποιων άλλων μελών της πολιτικής κοινότητας (των «ανάξιων, τεμπέληδων ηλιθίων»).

*Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)