Τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΜΕΑ/NPEs) των ελληνικών τραπεζών, δηλαδή τα δάνεια με καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών και αυτά που είναι αβέβαιο ότι θα εισπραχθούν χωρίς τη ρευστοποίηση εξασφάλισης, μειώνονται με τους προσδοκώμενους ρυθμούς, ωστόσο η κατάσταση για τα μη εξυπηρετούμενα, τα γνωστά μας «κόκκινα» που βρίσκονται σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών, δεν βελτιώθηκε.
Σύμφωνα με την έκθεση της Τραπέζης της Ελλάδος για τα πρώτο τρίμηνο του 2017, τα ΝPEs στο τέλος Μαρτίου ήταν σχεδόν 104 δισ. ευρώ, δηλαδή 1,4 δισ. ευρώ χαμηλότερα από τον στόχο που είχε τεθεί (στα ποσά αυτά εξαιρούνται τα εκτός ισολογισμού στοιχεία).
Αντίθετα τα «κόκκινα» δάνεια (NPLs) δεν μειώθηκαν όσο θα έπρεπε καθώς διαμορφώθηκαν στα 75,2 δισ. ευρώ, όπερ σημαίνει ότι ο στόχος μείωσής τους υπολείπεται κατά 500 εκατ. ευρώ.
Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα νέα «κόκκινα» δάνεια που δημιουργήθηκαν το πρώτο τρίμηνο του 2017, ήταν περισσότερα από αυτά που «θεραπεύτηκαν».
Ετσι, για το πρώτο τρίμηνο του 2017, ο δείκτης MΕΑ/NPEs βρίσκεται στο 50,6%, ακριβώς όσο και ο στόχος, και ο δείκτης NPLs στο 36,7% συγκριτικά με τον στόχο του 36%.
Οι τράπεζες πέτυχαν τον στόχο για μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) κυρίως λόγω των διαγραφών «κόκκινων» δανείων.
Εκτεταμένες διαγραφές
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι παρά την ακόμη ισχυρή ροή νέων ανοιγμάτων, ειδικότερα για τους πρώτους δύο μήνες του έτους, οι τράπεζες κατάφεραν να τα μειώσουν περαιτέρω, κυρίως λόγω των εκτεταμένων διαγραφών δανείων (ιδίως στο επιχειρηματικό και καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο) που ανήλθαν σε 1,3 δισ. για το πρώτο τρίμηνο.
Οι τράπεζες εξάλλου ανέφεραν, σε αντίθεση με την τάση των προηγούμενων τριμήνων, σημαντικές εισροές νέων ΜΕΑ στο στεγαστικό χαρτοφυλάκιο, όπου παρατηρείται ότι το 1/3 των υπολοίπων των ΜΕΑ αφορά δανειολήπτες που έχουν κάνει αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς νομικής προστασίας.
Περιορισμένη ήταν η μείωση των ΜΕΑ που προήλθε από εισπράξεις, ρευστοποιήσεις και πωλήσεις. Οπως προαναφέρθηκε, τον κυριότερο παράγοντα μείωσης αποτέλεσαν οι διαγραφές, ιδιαίτερα στο επιχειρηματικό και το καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο.
Ο δείκτης ΜΕΑ παραμένει υψηλός στα περισσότερα χαρτοφυλάκια. Στο τέλος του Μαρτίου του 2017, άγγιζε το 42,2% για το στεγαστικό, το 54,2% για το καταναλωτικό και το 45% για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο.
Συγκεκριμένα, στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο παρατηρείται ιδιαίτερα χαμηλή ποιότητα στο χαρτοφυλάκιο των ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 68,3%), καθώς και στο χαρτοφυλάκιο των Μικρών και Μεσαίων Επιχειρήσεων (ΜΜΕ-δείκτης ΜΕΑ: 60,7%).
Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, καλύτερες επιδόσεις παρατηρούνται στο χαρτοφυλάκιο των μεγάλων επιχειρήσεων (δείκτης ΜΕΑ: 25,9%) και στα ναυτιλιακά δάνεια (δείκτης ΜΕΑ: 35,4%).
Με το βλέμμα στην αξιολόγηση
Το κλείσιμο της αξιολόγησης θα κρίνει εν πολλοίς και την επίτευξη των στόχων για τη μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων (ΜΕΑ).
Οπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, σε περιόδους αβεβαιότητας και αστάθειας, οι πολίτες το πρώτο πράγμα που κάνουν, σχεδόν ενστικτωδώς, είναι να αποσύρουν καταθέσεις –στον βαθμό που τους επιτρέπουν τα capital controls– και να σταματήσουν να πληρώνουν τα δάνειά τους.
Η συμπεριφορά αυτή αποτυπώνεται στο πρώτο τρίμηνο του έτους, όπως σημειώνουν τα ίδια στελέχη εκφράζοντας την πεποίθηση ότι το δεύτερο τρίμηνο (Απρίλιος – Ιούνιος) τα πράγματα θα είναι καλύτερα.
Ενα δεύτερο στοιχείο, το οποίο αποτέλεσε τροχοπέδη για τις τράπεζες, είναι ο νόμος για την εξωδικαστική ρύθμιση επιχειρηματικών οφειλών.
Οπως τονίζουν στελέχη των τραπεζών, ο νόμος είναι στη σωστή κατεύθυνση, όμως η πολύμηνη σχετική συζήτηση, που ξεκίνησε από τον Σεπτέμβριο του 2016 και ολοκληρώθηκε με την ψήφιση του νόμου, μετά το Πάσχα, απέτρεψε πολλούς δανειολήπτες –κυρίως μικρομεσαίες επιχειρήσεις– από την πληρωμή ή διευθέτηση των δανείων τους.
Και φυσικά κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίζει τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν από τα νοικοκυριά μέχρι τις μεγάλες επιχειρήσεις.
