Για την αποδόμηση του υπερηρωικού είδους στα κόμικς, η συμβολή του Harvey Kurtzman στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ήταν καθοριστική.
Το underground ρεύμα στα τέλη των 60s πολιτικοποίησε την κριτική στους ήρωες με τα κολάν, ενώ η δεκαετία του ’80 με τους «Watchmen» και τον «Σκοτεινό Ιππότη» έδωσε τη χαριστική βολή στην παραδοσιακή super-hero μυθολογία.
Υπήρξε ωστόσο ακόμη μια περίπτωση υπερηρωικής παρωδίας, λιγότερο γνωστή αλλά όχι λιγότερο σημαντική από τις προαναφερθείσες: ο απόλυτος αντιήρωας Herbie, που γεννήθηκε το 1958 στις σελίδες του περιοδικού «Forbidden Worlds» και απέκτησε τον δικό του τίτλο το 1964 με δημιουργούς τούς Richard Hughes και Ogden Whitney.

Κοντός, χοντρός, μύωπας, κακοντυμένος, ανέκφραστος, υπναράς, μονίμως με ένα γλειφιτζούρι στο στόμα, ήταν το ακριβώς αντίθετο από έναν καθωσπρέπει vigilante.
Μπορούσε όμως να πετά, να περπατά στον αέρα, να μεταφέρεται στον χρόνο, να συνομιλεί με τα ζώα, να υπνωτίζει τους αντιπάλους του, να γίνεται αόρατος.
Εβγαινε πάντα νικητής απέναντι σε μοχθηρούς εξωγήινους, σαρκοβόρα τέρατα και σχιζοφρενείς εγκληματίες. Ηταν παγκοσμίως διάσημος και συνδιαλεγόταν με βασιλείς, αυτοκράτορες, πολιτικούς ηγέτες και μεγάλες προσωπικότητες της Ιστορίας που τον θαύμαζαν και τον ζήλευαν. Ενας άνθρωπος όμως τον σιχαινόταν και δεν έχανε ευκαιρία να τον κοροϊδέψει: ο πατέρας του!
Τον θεωρούσε άχρηστο κι ανίκανο και τον αποκαλούσε «ένα μικρό χοντροτίποτα».

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός ο πατέρας ήταν σχεδιασμένος ακριβώς όπως οι άνδρες-πρότυπα της εποχής, με τετράγωνο πιγούνι, καλοχτενισμένο μαλλί και ατσαλάκωτα ρούχα.
Σε πλήρη αντίθεση με τον ατημέλητο γιο. Ενας πατέρας που κακοποιούσε συναισθηματικά και λεκτικά το παιδί του αδυνατώντας να το αγαπήσει.
Δυστυχώς η σειρά σταμάτησε το 1967 και ο Herbie δεν πρόλαβε να κάνει τη μούρη κρέας και σε αυτό το –μεγαλύτερο– κάθαρμα.
