Σε σύγκρουση με τις μεγάλες οικονομίες της Δύσης αναφορικά με το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής ήρθε ο Αμερικανός πρόεδρος χθες στη σύνοδο των G7 στη Σικελία.
Στο τελικό ανακοινωθέν της διάσκεψης αναφέρεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχώρισαν τη θέση τους από τις άλλες έξι χώρες ως προς την έκφραση υποστήριξης των προβλεπομένων στην Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή.
Για «απογοητευτική» συζήτηση έκανε λόγο η Άνγκελα Μέρκελ, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι είπε στον Ντόναλντ Τραμπ πως επιβάλλεται τόσο για την φήμη όσο και για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, να υποστηρίξει την συμφωνία.
Σύμφωνα με έναν Γάλλο διπλωμάτη, ο ηγέτης των ΗΠΑ ήταν απομονωμένος στη σύνοδο και οι συνομιλίες ήταν κατά περιόδους «τεταμένες και ανταγωνιστικές».
Κατά την προσφιλή του συνήθεια ο ίδιος σε ανάρτησή του στο Twitter έγραψε ότι θα λάβει την τελική απόφασή του την επόμενη εβδομάδα».
Σύμφωνα με την ειδησεογραφική ιστοσελίδα Axios, ενημέρωσε στενούς συνεργάτες του ότι έχει σχεδιάζει να αποσύρει τη χώρα του από τη συμφωνία, η οποία έχει ορίσει μακροπρόθεσμους στόχους σε κάθε χώρα-μέλος της για τη μείωση των εκπομπών των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Ο Τραμπ έχει απειλήσει επανειλημμένα να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία του Παρισιού, η οποία συνήφθη το 2015 μεταξύ 194 χωρών, καθώς θεωρεί ότι η πλήρης συμμόρφωση της χώρας του με τους όρους της συμφωνίας θα μείωνε το ΑΕΠ κατά 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία και έχει εξηγήσει πως αυτό θα σήμαινε πως θα «έκλειναν εργοστάσια σε όλη τη χώρα».
Μέχρι στιγμής, οι περισσότερες από τις χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, της Ε.Ε. και της Ινδίας, έχουν καταστήσει σαφές ότι έχουν δεσμευτεί για τη συμφωνία. Ωστόσο, υπάρχουν φόβοι ότι κάποιες θα μπορούσαν να κάνουν πίσω εάν δεν συμμετάσχουν οι ΗΠΑ. Η Ρωσία είναι μία από τις λίγες χώρες που δεν έχει ακόμη επικυρώσει επίσημα τη συμμετοχή της.
Η συμφωνία στοχεύει στον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε 2 βαθμούς πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, απαιτώντας από τις χώρες να υποβάλουν ένα σχέδιο της δικής τους επιλογής για το πώς θα αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή. Ωστόσο, δεν διαθέτει αυστηρές διατάξεις εφαρμογής και επιτρέπει σε οποιαδήποτε χώρα να τροποποιήσει το σχέδιό της μετά την υποβολή της.
