Η χθεσινοβραδινή πολύνεκρη βομβιστική επίθεση σε συναυλία στο Μάντσεστερ, την οποία ελάχιστες, πλην μιας ιταλικής και όλων των αμερικανικών εφημερίδων, έχουν προλάβει να δημοσιεύσουν στο σημερινό τους φύλλο, κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. Άλλα σημαντικά θέματα που ξεχωρίζουν είναι οι βολές εναντίον του Ιράν που εξαπέλυσε από το Ισραήλ ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και η σημερινή συνάντηση Μακρόν-εργατικών συνδικάτων και εργοδοτών για τη μεταρρύθμιση της εργατικής νομοθεσίας εν όψει και των βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου.
Τέλος, μερίδα του γερμανικού Τύπου σχολιάζει με νόημα ότι «αυτή τη φορά είναι οι πιστωτές που απογοητεύουν την Ελλάδα».
Για τη επίθεση στο Μάντσεστερ η ιταλική Corriere della Sera έχει τίτλο «Βογγητά σε συναυλία. Νεκροί και τραυματίες στο Μάντσεστερ» και στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρεται στις πρώτες πληροφορίες για την επίθεση.
Στις ΗΠΑ για το ίδιο θέμα οι New York Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους «Θανάσιμη έκρηξη σε συναυλία χαρακτηρίζεται τρομοκρατική ενέργεια» και αναφέρεται στον απολογισμό και τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε η έκρηξη σε συναυλία της Αριάνα Γκράντε στην Μάντσεστερ Αρένα.
«Η τρομοκρατία χτυπά σε συναυλία στο Ηνωμένο Βασίλειο» είναι ο τίτλος της USA Today, η οποία αναφέρεται στον προσωρινό απολογισμό των πρώτων πρωινών ωρών, με 19 νεκρούς και 50 τραυματίες και επισημαίνει ότι το χτύπημα θυμίζει πολύ την επίθεση του 2015 στον συναυλιακό χώρο του Μπατακλάν στο Παρίσι, οπότε είχαν σκοτωθεί 130 άτομα και τραυματιστεί περισσότερα από 400.
Στη Γαλλία η Le Monde γράφει στον κεντρικό τίτλο της «Βουλευτικές, η μεγάλη σύγχυση της Δεξιάς», ενώ στον υπέρτιτλο τονίζει: «Ο Τραμ ενισχύσει τη συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν».
Στο σχετικό ρεπορτάζ υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι στη διάρκεια της προχθεσινής του ομιλίας ο Αμερικανός πρόεδρος «περιέγραψε» δυο εχθρούς, το Ιράν και το αποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος.
Η Le Figaro έχει τίτλο «Εργατική νομοθεσία: Ο Μακρόν ανοίγει ένα μονοπάτι υψηλού ρίσκου».
Στο κυρίως άρθρο αναφέρεται διεξοδικά στα όσα αναμένεται να συζητήσουν σήμερα στο Μέγαρο των Ηλυσίων, οι επικεφαλής συνδικάτων και εργοδοτών κατά την παρουσίαση των μεταρρυθμίσεων στην εργατική νομοθεσία στην οποία φιλοδοξεί να προχωρήσει ο Εμανουέλ Μακρόν, ενώ σε άλλο πρωτοσέλιδο τίτλο υπογραμμίζει ότι ο «Τραμπ θέλει να κινήσει τις γραμμές (σύνορα) της Μέσης Ανατολής».
Στη Γερμανία η συντηρητική Die Welt σχολιάζει: «Αυτήν τη φορά είναι οι πιστωτές που απογοητεύουν την Ελλάδα».
Όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος, «το ότι η Αθήνα αγωνιά μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο για την εκταμίευση των άκρως απαραίτητων δανείων, είναι κάτι που το έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Αλλά αυτήν τη φορά, κατ’ εξαίρεση, η υπαιτιότητα για την καθυστέρηση δεν βαραίνει τους Έλληνες. Το αντίθετο συμβαίνει».
Το δημοσίευμα αναφέρεται επίσης στον ρόλο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε:
«Το Βερολίνο επιμένει στη συμμετοχή του ΔΝΤ. Φοβάται ότι η Κομισιόν θα ήταν υπερβολικά επιεικής με τους Έλληνες. Τη Δευτέρα πάντως, ο Σόιμπλε φάνηκε πρόθυμος να το συζητήσει. Ήταν η πρώτη φορά που συζητήθηκε στο Eurogroup με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βοηθηθεί η Ελλάδα σε περίπτωση που αποδειχθούν υπερβολικά φιλόδοξοι οι δημοσιονομικοί στόχοι, ανέφερε μετά το πέρας των διαβουλεύσεων ο (επικεφαλής του Eurogroup) Ντάισελμπλουμ.
»Αυτή είναι η εξειδικευμένη προσέγγιση που απαιτεί το ΔΝΤ, είπε. Κύριοι πρωταγωνιστές σε αυτή τη συζήτηση ήταν ο υπουργός Οικονομικών Σόιμπλε και ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ Τόμσεν».
«Η Ελλάδα πρέπει να περιμένει» επιγράφεται σύντομο δημοσίευμα της οικονομικής εφημερίδας του Ντίσλεντορφ Handelsblatt.
Σε ανταπόκριση από τις Βρυξέλλες σημειώνεται ότι, «παρά τις σκληρές προσπάθειες περικοπών, η απειλούμενη με χρεοκοπία Ελλάδα θα συνεχίσει να περιμένει μία ρητή διαβεβαίωση για την παροχή νέων δανείων. Όπως προκύπτει από διαπραγματευτικούς κύκλους, οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε νέα βοήθεια».
Στην Ελβετία, τέλος, η Neue Zürcher Zeitung τονίζει ότι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε μπορεί να ήταν μέχρι σήμερα αντίθετος σε οποιαδήποτε συζήτηση για το χρέος πριν από το τέλος του τρέχοντος προγράμματος, αλλά τη Δευτέρα «προφανώς φάνηκε διατεθειμένος να εξειδικεύσει » τα πιθανά μέτρα.
