Βάσει σωρείας καταγγελιών ακτιβιστών, αντιπολίτευσης και γιατρών, πρόκειται για μία από τις χειρότερες επιθέσεις με χρήση τοξικών αερίων στα έξι χρόνια του συριακού εμφυλίου και σίγουρα τη φονικότερη μετά το 2013 και τους χίλιους και πλέον νεκρούς από την επίθεση με νευροπαραλυτικό αέριο Σαρίν στην ανατολική Γούτα.
Βίντεο που αναρτήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τη χθεσινή -καταγγελθείσα ως χημική- επίθεση στην -ελεγχόμενη από αντικαθεστωτικούς- πόλη Χαν Σεϊχούν της βορειοδυτικής επαρχίας Ιντλίμπ δείχνουν νεκρούς να κείτονται στους δρόμους και θύματα, μεταξύ αυτών πολλά ανήλικα, να βγάζουν αφρούς από το στόμα.
Μέχρι αργά το απόγευμα, οι νεκροί έφταναν -σύμφωνα με διεθνείς οργανώσεις αρωγής- τους 100, ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα.
Πάνω από 400 αντιμετώπιζαν αναπνευστικά προβλήματα.
Στο μεσοδιάστημα ακτιβιστές και ο απεσταλμένος του γαλλικού πρακτορείου AFP στην περιοχή ανέφεραν βομβαρδισμούς του τοπικού νοσοκομείου -όπου περιθάλπονταν πολλά από τα θύματα- καθώς και παρακείμενου κέντρου επειγόντων της συριακής εθελοντικής ομάδας αρωγής «Λευκά Κράνη». Κάτι που επίσης συνιστά έγκλημα πολέμου…
Επισήμως, όμως, οι χθεσινές αεροπορικές επιδρομές παραμένουν -ως συνήθως- «ορφανές», ενώ για τη χημική επίθεση δεν υπήρξε, μέχρι αργά χθες το βράδυ, επιβεβαίωση από κάποια ανεξάρτητη αρχή.
Προς ώρας, η Επιτροπή Ερευνας του ΟΗΕ για τη Συρία και ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Οπλων ανακοίνωσαν ότι ερευνούν τις καταγγελίες.
Παρ’ όλα αυτά η συριακή αντιπολίτευση, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Φ. Μογκερίνι, η Γαλλία, η Ουάσινγκτον και η Τουρκία έσπευσαν να κατονομάσουν ως υπεύθυνο το καθεστώς του Σύρου προέδρου Ασαντ.
Στον αντίποδα -κατά την επίσης συνήθη τακτική- η Δαμασκός αρνήθηκε κάθε εμπλοκή σε χημικές επιθέσεις, ειδικά και γενικά.
Μιλώντας ανωνύμως στο κινεζικό πρακτορείο Xinhua, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του συριακού στρατού μάλιστα υποστήριξε ότι οι αρχικές εκτιμήσεις δείχνουν πως κατά τις χθεσινές επιδρομές επλήγη αποθήκη χημικών όπλων, που ανήκει σε αντικαθεστωτικές ομάδες της Ιντλίμπ (σχεδόν το σύνολο της οποίας ελέγχεται από έναν νέο συνασπισμό, με «ραχοκοκαλιά» τουρκόφιλους Σύρους αντάρτες και τζιχαντιστές του πρώην βραχίονα της Αλ Κάιντα στη Συρία).
Κάθε υπόνοια εμπλοκής στις επιθέσεις στη Χαν Σεϊχούν απέρριψε, εν τω μεταξύ, και η Μόσχα, διαψεύδοντας με σκληρή γλώσσα -σε ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου Αμυνας- σχετικές αναφορές σε τηλεγράφημα του διεθνούς πρακτορείου Reuters, καταλογίζοντάς του επανειλημμένες μεταδόσεις «παραποιημένων αντιρωσικών ειδήσεων», που προκαλούν «μόνον βαθιά λύπη».
Εκτακτο Συμβούλιο Ασφαλείας
Μέσα σ’ αυτό το θολό -στρατιωτικά και διπλωματικά- τοπίο συγκαλείται εκτάκτως σήμερα για τις επιθέσεις στη Χαν Σεϊχούν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κατόπιν έκκλησης της συριακής αντιπολίτευσης και επίσημου αιτήματος της Γαλλίας.
Σύμφωνα με τον ΥΠΕΞ της, Ζαν-Μαρκ Ερό, οι χθεσινές επιθέσεις συνιστούν ένα τεστ από πλευράς της Δαμασκού ως προς τις προθέσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ.
Εξ ου και κάλεσε τις ΗΠΑ «να ξεκαθαρίσουν» στη σημερινή συνεδρίαση του Σ.Α. «τη θέση τους» για το μέλλον της Συρίας.
Ειδικότερα, δε, ως προς το μέλλον του ίδιου του Μπασάρ αλ Ασαντ, έναντι του οποίου η Ουάσινγκτον άλλαξε εσχάτως ρότα, διαμηνύοντας ότι η απομάκρυνσή του από την εξουσία δεν συνιστά πλέον «προτεραιότητα για τις ΗΠΑ».
Χθες πάντως, υπό το βάρος των καταγγελιών για χημική επίθεση στη Χαν Σεϊχούν, ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου έκανε λόγο για «ειδεχθείς ενέργειες από μέρους του καθεστώτος Ασαντ», που «αποτελούν συνέπεια της αδυναμίας και αναποφασιστικότητας της προηγούμενης κυβέρνησης» του Μπαράκ Ομπάμα, αλλά σήμερα «δεν μπορεί να αγνοηθούν από τον πολιτισμένο κόσμο».
Το θέμα, τόνισε, συζήτησε χθες εκτενώς ο Τραμπ με την ομάδα Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ. Απέφυγε, ωστόσο, κάθε αναφορά στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσινγκτον σκοπεύει να αντιδράσει…
Ακατανόητη στόχευση
Η συγκυρία της καταγγελλόμενης χημικής επίθεσης στην Ιντλίμπ γεννά πάντως πολλά ερωτήματα ως προς τη σκοπιμότητά της, την ώρα που οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις για το Συριακό είχαν ξαναμπεί σε τροχιά για τα σχέδια πολιτικής μετάβασης στη χώρα (αλλά χθες τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από τη συριακή αντιπολίτευση, στο σύνολό τους), το «Ισλαμικό κράτος» χάνει διαρκώς εδάφη στη Συρία και στο Ιράκ (χαρακτηρίζοντας κατά τα λοιπά χθες «ηλίθιο» τον Τραμπ), ενώ πληθαίνουν οι ενδείξεις για -έστω και πρόσκαιρη- σύγκλιση στο Συριακό μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας.
Εν τω μεταξύ, σε χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν, ο Τούρκος ομόλογός του Ερντογάν (που έχει αιματοκυλήσει τις κουρδικού πληθυσμού νοτιοανατολικές τουρκικές επαρχίες) κατήγγειλε ως «απάνθρωπες» τις επιθέσεις στην Ιντλίμπ.
Το τουρκικό ΥΠΕΞ κατήγγειλε τη Δαμασκό για «ξεκάθαρη παραβίαση» των αποφάσεων του ΟΗΕ.
Ενώ αφήνοντας… κατά μέρος ανάλογες δηλώσεις, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Νετανιάχου δήλωσε «σοκαρισμένος και εξοργισμένος» από τις εικόνες των θυμάτων στη Χαν Σεϊχούν, καλώντας τη διεθνή κοινότητα «να απομακρύνει πλήρως αυτά τα φρικτά [χημικά] όπλα από τη Συρία».
Δυστυχώς, υπάρχει παρελθόν
Στις 23 Ιουλίου 2012 το καθεστώς του Σύρου προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ παραδέχτηκε για πρώτη φορά ότι διαθέτει χημικά όπλα και απείλησε να τα χρησιμοποιήσει σε περίπτωση δυτικής στρατιωτικής επέμβασης, όχι όμως σε βάρος Σύρων πολιτών.
Τον Αύγουστο 2013, το συριακό καθεστώς κατηγορήθηκε από τη Δύση για την επίθεση με αέριο Σαρίν κατά δύο ανταρτοκρατούμενων περιοχών στα προάστια της Δαμασκού.
Κατά τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, αυτή συνιστούσε παραβίαση της «κόκκινης γραμμής» του Λευκού Οίκου. Κατόπιν ωστόσο παρεμβάσεων, εντός κι εντός αμερικανικών συνόρων, η σύρραξη αποφεύχθηκε με μία αμερικανο-ρωσική συμφωνία για την καταστροφή του χημικού οπλοστασίου της Συρίας και την επικύρωση της Σύμβασης για την Απαγόρευση των Χημικών Οπλων από τη Δαμασκό.
Παρ’ όλα αυτά, το καθεστώς Ασαντ κατηγορείται ότι έκτοτε εξαπέλυσε επιθέσεις με χημικούς παράγοντες (κυρίως αέρια χλωρίου) στις επαρχίες Χάμα, Χαλεπίου και Ιντλίμπ.
Στις αρχές Μαρτίου, ο Οργανισμός για την Απαγόρευση των Χημικών Οπλων ανακοίνωσε ότι ερευνά τον ρόλο της Δαμασκού σε άλλες οκτώ επιθέσεις στη Συρία, εντός του 2017, που φέρεται ότι έγιναν με τη χρήση τοξικών αερίων (πέραν της καταγγελλόμενης χθεσινής).
Τον Φεβρουάριο, ωστόσο, η Ρωσία και η Κίνα άσκησαν βέτο σε ψήφισμα του Σ.Α. του ΟΗΕ για την επιβολή κυρώσεων κατά της Συρίας για χρήση χημικών όπλων κατά αμάχων. Για αντίστοιχες επιθέσεις έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα και το «Ισλαμικό κράτος».
