Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Στέλλα Σάλεμ ζει και κινείται τα τελευταία χρόνια μέσα σε ένα αόρατο νεκροταφείο δολοφονημένων παιδιών. Καθημερινά βάζει ονοματεπώνυμα σε χιλιάδες, ανώνυμους μέχρι σήμερα, τάφους.

Μόνη της, εκπληρώνει το χρέος μιας ολόκληρης πόλης, της Θεσσαλονίκης, αλλά και, χωρίς υπερβολή, της ανθρωπότητας, αφού οι νεκροί είναι παιδιά αφανισμένα με αδιανόητη αγριότητα στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Αγριότητα που ισοδυναμεί με τη σιωπή που έκρυψε τις αποδείξεις ύπαρξής τους, βυθίζοντάς τα στην κυνικά αόριστη περιγραφή «τα παιδιά».

Η Στέλλα Σάλεμ, δουλεύοντας με αξιοθαύμαστη υπομονή και πείσμα, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη ένα κομμάτι της ιστορίας της και ταυτόχρονα μας κάνει δώρο τη σπαραχτική μουσική ονομάτων που χάθηκαν για πάντα.

Ενα ποίημα μόνο από ονόματα, προσκλητήριο νεκρών στις αλάνες της πόλης: Λίλιαν, Σογχούλα, Αλλέγρα, Εστρέα, Λούνα, Εστερίνα, Βίδα, Ρέινα, Ρικούλα, Μπέρτα, Ραφαέλ, Πέρλα, Οβαδιά, Ρικέτα, Δελίσια, Μαζαλτώβ, Ρετζίνα, Μπιενβενίδα, Σολ, Πέπο, Μποένα, Μαίρ…

Ονόματα παιδιών της εβραϊκής κοινότητας Θεσσαλονίκης που κάηκαν στους φούρνους των ναζιστικών στρατοπέδων, ονόματα που γράφονται επιτέλους στους αόρατους τάφους τους…

Αναστάσιμη μουσική από τους τάφους των δολοφονημένων παιδιών

Τη Στέλλα Σάλεμ τη γνωρίζει ένα μικρό κοινό που ασχολείται με την ιστοριογραφία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, δεν κάνει φασαρία γύρω από την ερευνητική δουλειά της η οποία έχει επικεντρωθεί στο πιο ενοχλητικό κομμάτι της εξόντωσης των Εβραίων της πόλης, δουλειά που σχετίζεται με τους συμπολίτες μας και τις μεθόδους που ακολούθησαν για να κάνουν πλιάτσικο με τις περιουσίες των χιλιάδων που εξοντώθηκαν από τους ναζί.

Κατάφερε να ολοκληρώσει την έρευνά της σε τρία χρόνια. Το πρώτο μέρος αυτής της έρευνας δημοσιεύεται στο βιβλίο που πρόσφατα κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο «Τα χαμένα παιδιά της Θεσσαλονίκης» και υπότιτλο «Τα παιδιά που δεν έβαλαν ποτέ άστρο» (εκδ. Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης-University Studio Press).

Είναι τα 4.500 παιδιά κάτω των πέντε ετών, παιδιά που δεν φόρεσαν το άστρο, παιδιά που αρπάχτηκαν κυριολεκτικά από τις αγκαλιές των μανάδων και των πατεράδων τους ή κάηκαν μαζί τους από την πρώτη κιόλας μέρα στα στρατόπεδα και από τα οποία σώθηκαν μόνο εκατό, η πορεία ζωής των οποίων συνοπτικά καταγράφεται.

Η Σάλεμ, βυθισμένη στο αρχείο του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης, πρόκειται σε δύο χρόνια από σήμερα να δημοσιοποιήσει τα ονόματα άλλων 8.000 παιδιών, ηλικίας από 6 έως 16 χρόνων, ολοκληρώνοντας το αρχείο των λησμονημένων, το αρχείο που δεν έχει ούτε η ισραηλιτική κοινότητα της πόλης, αφού λεηλατήθηκε κι αυτό από τους ναζί.

Μαζί με τα παιδιά ουσιαστικά ανασυντίθεται ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα της πόλης, αφού καταγράφονται όλα τα μέλη των οικογενειών, καθώς και η επαγγελματική και κοινωνική και οικονομική τους κατάσταση.

Η Σάλεμ είναι μια γυναίκα παθιασμένη μ’ αυτό που κάνει. Μιλάει με ένταση, λες για να προλάβει τις δεκαετίες της λήθης που έχουν περάσει.

«Είμαι ανακουφισμένη με την έκδοση του πρώτου τόμου», μας λέει και συνεχίζει απνευστί:

«Τους βλέπω τώρα όλους τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Τους αισθάνομαι να κινούνται μέσα στον ιστό της πόλης.

Βλέπω τους άντρες να πηγαίνουν στις δουλειές τους, τις γυναίκες να μαγειρεύουν στα σπίτια τους, να γεννάνε στα μαιευτήρια ή κατ’ οίκον με μαμές.

Βλέπω τους γάμους τους, τις ηλικίες τους. Αν λες χάθηκαν 40.000, είναι αριθμός.

Τώρα όλοι θα μιλάνε για ανθρώπους με ονόματα. Είναι ένας πλούτος τα ονόματα, με ήχους, πολιτισμό».

Ο τραγικός απολογισμός

Αναστάσιμη μουσική από τους τάφους των δολοφονημένων παιδιών

Από τα στοιχεία των γεννήσεων που βρήκε στο ληξιαρχείο του δήμου και τη διασταύρωση με διάφορα αρχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα πως λιγότερα από 500 παιδιά Εβραίων που γεννήθηκαν από το 1926 έως το 1943 στη Θεσσαλονίκη, σώθηκαν.

Περισσότερα από 12.000 θανατώθηκαν στα στρατόπεδα.

Από όσα γλίτωσαν φεύγοντας από την πόλη πριν αρχίσει η εκτόπιση με τους μακάβριους συρμούς, τα μισά πήγαν στην Αθήνα με τις οικογένειές τους και ελάχιστα έμειναν κρυμμένα στη Θεσσαλονίκη.

Και η σκόνη των παλιών βιβλίων του ληξιαρχείου;

«Κι αυτή με ανακουφίζει. Οπως και η ζεστασιά των υπαλλήλων που με βοηθούν. Ετσι διασώζεται η μνήμη.

Διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια μαρτυρία. Είναι αρχείο, το μοναδικό αρχείο.

Και αφιερώνω όλη τη δουλειά στον πατέρα μου. Που έχασε όλη του την οικογένεια στο Αουσβιτς και δεν μας μετέφερε, ως επιζών, τίποτα από τις μέρες και νύχτες των στρατοπέδων.

Δεν ήταν κακομοίρης. Προσευχόταν στη συναγωγή, απορούσα πώς μπορεί να είναι τόσο ευσεβής και αγνός με όσα έζησε.

Είπα, λοιπόν, ότι του το οφείλω, οφείλω σε όσους γλίτωσαν…».

Κι ύστερα ξεσπά: 

«Ολη η οικογένεια του πατέρα χάθηκε στους φούρνους.

Κάψανε τον αδελφό του που είχε παρασημοφορηθεί για το Αλβανικό, όπου είχε χάσει ένα πόδι του υπερασπιζόμενος έναν λόφο, κάψανε τον ανάπηρο θείο μου μαζί με την πατερίτσα του…

Κι έρχονται ακόμη και σήμερα κάποιοι να αμφισβητήσουν ότι είμαι Ελληνίδα, κάνανε στο μπουφάν του γιου μου στο σχολείο αγκυλωτούς σταυρούς, ακόμη και συνάδελφοί μου δικηγόροι απορούσαν κάποτε αν συμμετέχω στις εκλογές του συλλόγου.

Είναι βέβαια μεμονωμένα άτομα και πράξεις -αφήνω κατά μέρος τη Χρυσή Αυγή- αλλά με ενοχλούν, είμαι Ελληνίδα, οι γονείς μου μιλούσαν ελληνικά, είμαι Θεσσαλονικιά και θα μιλώ, δεν θα σιωπήσω, δεν φοβάμαι, δεν θα σκύψω το κεφάλι, τι να φοβηθώ, οι άλλοι βγήκαν από τα στρατόπεδα όρθιοι κι εγώ θα φοβηθώ;».

Το 80% ήταν φτωχοί

«Λένε», συνεχίζει, «ότι ήταν πλούσιοι οι Εβραίοι. Ποιοι; Οι καπνεργάτες; Οι αρτεργάτες; Οι καρεκλοποιοί;

Οι κηροποιοί, κορδονοποιοί, κορνιζάδες, σανδαλοποιοί, τορναδόροι, αμαξάδες, αχθοφόροι, βαφείς, δημοσιογράφοι, δάσκαλοι, ιχθυοπώλες, νεκροθάφτες, νεωκόροι;

Οι πλανόδιοι πωλητές ήταν πλούσιοι ή οι σερβιτόροι και οι σιδερωτήδες;

Τώρα έχουμε όλα τα επαγγέλματα. Το 80% ήταν φτωχοί, κάποιοι είχαν μεσοαστική άνεση και υπήρχαν και ελάχιστοι πολύ πλούσιοι».

Συζητάμε στην αυλή του δημαρχείου. «Σκέφτομαι πόσα έχασε η πόλη μας τότε», λέει και προσθέτει:

«Σήμερα οι απόγονοι όσων γλίτωσαν γυρνάνε. Για προσκύνημα. Και φέρνουν πάλι πλούτο στην πόλη. 

Είναι και η πολιτική του Γιάννη Μπουτάρη που τους φέρνει.

Εψαχνα εισιτήριο για Ιούνιο-Ιούλιο για το Τελ Αβίβ να πάω στα παιδιά μου που δουλεύουν εκεί –ας όψεται η ανεργία εδώ– και δεν υπάρχει ούτε ένα.

Ελπίζω να καταλαβαίνουν όλοι τι σημαίνει αυτό».

Γράφει αφιέρωση στο βιβλίο και διευκρινίζει:

«Εβαλα ημερομηνία 15/3, γιατί είναι σημαδιακή, το 1943 έφευγε ο πρώτος συρμός από την πόλη και, δες σύμπτωση, πώς τα έφερε η ζωή, 15/3 κυκλοφόρησε το βιβλίο».