Στο πλαίσιο του τέταρτου, ετήσιου κύκλου «Το piano στα forte του», που διοργανώνει ο πιανίστας Στέφανος Νάσος, ο Πάρις Τσενίκογλου έδωσε ένα θαυμάσιο ρεσιτάλ στην κατάμεστη αίθουσα «Αρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών (1/4/2017).
Ο 28χρονος Θεσσαλονικιός μουσικός, που την τελευταία πενταετία δρέπει δάφνες στον γερμανόφωνο χώρο, έπαιξε συνθέσεις από τον κλασικισμό έως τον ώριμο 20ό αιώνα, αφήνοντας -όπως προ διετίας στον Παρνασσό- άριστες εντυπώσεις.
Για τη «Σονάτα αρ. 11», τη θεωρούμενη ως την καλύτερη από τις πρώιμες του Μπετόβεν, διέπλασε τον ήχο του πιάνου Στάινγουέι ώστε να αποδίδει ύφος και ποιότητες γραφής για πιανοφόρτε του 1800. Ο στεγνός ήχος βοήθησε στην πεντακάθαρη άρθρωση, ενώ σαφείς, καλοζυγιασμένες στίξεις καθώς επίσης υπολογισμένα κλιμακούμενες δυναμικές και ταχύτητες υπηρέτησαν άριστα την πολυεπίπεδη παραγραφοποίηση.
Υπέροχη ήταν η συχνή, αβίαστη ανάδυση τρυφερά μελωδικών φράσεων από το μηχανιστικό, ρυθμικοδομικό συνεχές της γραφής. Ακολούθησε η σύνθεση «Entnähert-Adieu KHF» (1992) του Τόμας Χάινις, ένα σύντομο, λιτό κομμάτι αποτελούμενο από μακριές πένθιμες σιωπές και βίαιες εξάρσεις.
Στο υπόλοιπο του προγράμματος ακούστηκαν παρτιτούρες του λεγόμενου μουσικού ιμπρεσιονισμού: αποσπάσματα από τις «Εικόνες» του Ντεμπισί (β΄ τόμος), την «Ιμπέρια» του Αλμπένιθ (α΄ τόμος) και -όπως το 2014- ο «Γκασπάρ της νύχτας» του Ραβέλ.
Αλλάζοντας με χαμαιλεόντια ετοιμότητα ποιότητες ήχου και άρθρωσης, ο ευφυέστατος Τσενίκογλου προσέδωσε στο παίξιμό του διαφάνεια και ρευστότητα ακουαρέλας, κάτω από τις αιθέριες φωτοσκιάσεις της οποίας διαγραφόταν με σαφήνεια μια συναρπαστικής κινητικότητας, μυωδώς διατυπωμένη μικροφραστική. Οργασμικής έντασης υπήρξε ο συνδυασμός ακρίβειας, κρυστάλλινης καθαρότητας ήχου και αχαλίνωτης βίας στον «Σκάρμπο».
