Ακόμη μια συναυλία στο πλαίσιο του κύκλου «Οι πόλεις της μουσικής», αυτή τη φορά με άξονα την πόλη της Δρέσδης, πρότεινε η ΚΟΑ υπό τον Αντριάν Πραμπάβα στο Μέγαρο Μουσικής (31/3/2017). Το πρόγραμμα περιλάμβανε έργα Γερμανών ρομαντικών. Η συναυλία άφησε έντονα άνισες -από άριστες έως μέτριες- εντυπώσεις.
Τον εξαίρετο Ινδονήσιο αρχιμουσικό έχουμε ξανακούσει στο παρελθόν με την ΚΟΑ: είναι ευφυής, τεχνικά ικανότατος, με πολύ καλή γνώση και άριστη αντίληψη του υφολογικού στίγματος κάθε εθνικής περιοχής ή/και χρονολογικής περιόδου του ρεπερτορίου. Η συναυλία το επανεπιβεβαίωσε.
Το μεγάλο, ιδιαίτερα απαιτητικό (για την ΚΟΑ) πρόγραμμα ξεκίνησε με την «Εισαγωγή Μάνφρεντ» του Σούμαν. Διαπλασμένη ρευστά και ορμητικά, με σωστά αρθρωμένη φραστική σε γενική θεώρηση, η ανάγνωση μαρτυρούσε τη σωστή, σε βάθος κατανόηση του έργου από τον αρχιμουσικό, αλλά και την ανεπαρκή προετοιμασία και ετοιμότητα ειδικά των εγχόρδων στο να ανταποκριθούν στην αδιάλλακτα ορμητική διεύθυνση. Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για πιάνο» του ιδίου με τη Δόμνα Ευνουχίδου, κορυφαία Ελληνίδα πιανίστρια περασμένων δεκαετιών.
Δοσμένη σε ίδιο ύφος από τον αρχιμουσικό, η εκτέλεση έπασχε κυρίως και γενικώς από τη συνεισφορά της πιανίστριας. Παρότι διαποτισμένο γενναιόδωρα με υποβλητικά μεστό, ευγενές ρομαντικό συναίσθημα, το παίξιμο της Ευνουχίδου υπολειπόταν σποραδικά σε ακρίβεια λεπτομέρειας, ενώ συχνά εμφάνιζε διαταραχές συνοχής και συντονισμού με την ορχήστρα, κρατώντας πίσω τον ειρμό της εκτέλεσης. Εξαιρετικής ευαισθησίας και μουσικότητας υπήρξαν οι εκτενείς διάλογοι πιάνου-κλαρινέτου (Σπύρος Μουρίκης) στο α΄ μέρος.
Το δεύτερο μισό της συναυλίας ξεκίνησε με την εισαγωγή στους βαγκνερικούς «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης», που δόθηκε με σαφώς οργανωμένη φραστική και, κυρίως, με το σωστό -ούτε υπερτονισμένο, ούτε άτολμο- εμβατηριακό σφρίγος. Εντυπωσίασε εδώ η ικανότητα του Πραμπάβα να οργανώνει τις δυναμικές, ισορροπώντας έξοχα τον ήχο εγχόρδων και χάλκινων πνευστών.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε υπέρλαμπρα με το συμφωνικό ποίημα «Ντον Χουάν» του Ρίχαρντ Στράους. Αριστα προετοιμασμένο, γνωστό στους μουσικούς της ΚΟΑ, το θυελλωδών διαθέσεων έργο δόθηκε σε μια μοναδικά ανήμερα ορμητική, μουσικά και δραματουργικά άριστα αρθρωμένη ερμηνεία. Παρά τις ανελέητα υψηλές ταχύτητες, αρχιμουσικός και ορχήστρα ουδέποτε «χάθηκαν».
Κυριολεκτικά μαστιγώνοντας τους μουσικούς, δίχως όμως να χάνει το παραμικρό σε ακρίβεια συντονισμού, οργάνωση μουσικού συντακτικού και σαφήνεια άρθρωσης, ο αρχιμουσικός έχτισε μια συναρπαστική ερμηνεία που χαρακτηρίστηκε από μοναδική σβελτάδα, σφρίγος και εύπλαστη φραστική στα έγχορδα, αψεγάδιαστη ακρίβεια και αριστουργηματικές σολιστικές συνεισφορές από χάλκινα και ξύλινα πνευστά, στιβαρό, αθλητικό ήχο σαγηνευτικά αλαφρωμένο με καλπαστικό υπόγειο παλμό.
