Ολα γυρίζουν γύρω από το κλείσιμο της αξιολόγησης, μηδέ εξαιρουμένων των «κόκκινων» δανείων που θα πρέπει να μειωθούν κατά 40 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2019.
Ευρωπαίος αξιωματούχος, που θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία του, γνώστης της κατάστασης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου λόγω των καθυστερήσεων στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης -που επιτείνει το κλίμα αβεβαιότητας- αλλά και του θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέψει στις τράπεζες την πιο επιθετική αντιμετώπιση του προβλήματος, ώστε να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία.
Οι ελληνικές τράπεζες, ανέφερε η ίδια πηγή, θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους το επόμενο εξάμηνο και να καλύψουν το αρνητικό πρώτο τρίμηνο, ώστε να πετύχουν τους συμφωνημένους στόχους για το 2017 και να εξαλείψουν τον κίνδυνο τα «κόκκινα» δάνεια να αποτελέσουν δυσάρεστη έκπληξη στα stress tests του 2018.
Οπως υπογραμμίζεται, η τελική επίδοση των ελληνικών τραπεζών στο stress test θα εξαρτηθεί από την πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τις απαιτήσεις που θα θέσει η ΕΚΤ για το δυσμενές σενάριο της άσκησης.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που ξεκαθαρίζεται είναι ότι υπό τις παρούσες συνθήκες δεν τίθεται ζήτημα αλλαγής των στόχων που έχουν τεθεί συνολικά και ανά τράπεζα για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Πρέπει να είμαστε, ανέφερε ο Ευρωπαίος αξιωματούχος, φιλόδοξοι και κυρίως ρεαλιστές ως προς την επίτευξη των στόχων.
Ο πρώτος στόχος των τραπεζών θα πρέπει να είναι οι στρατηγικοί κακοπληρωτές, δηλαδή οι δανειολήπτες που ενώ έχουν να πληρώσουν δεν το κάνουν, εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση.
«Στο τέλος της ημέρας όμως και αυτά τα δάνεια είναι μη εξυπηρετούμενα και επιβαρύνουν την κατάσταση» σημείωνε με νόημα, καλώντας τις τράπεζες να αξιοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους.
Στο μέτωπο των καταθέσεων, όπου το πρώτο δίμηνο υπήρξε εκροή, ο Ευρωπαίος αξιωματούχους είπε ότι το φαινόμενο ίσως είναι εποχικό, λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων που έχουν οι πολίτες. Ωστόσο αυτό που χρειάζεται για να επιστρέψουν οι καταθέσεις στο τραπεζικό σύστημα είναι μια καλή είδηση, δηλαδή η ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Την ίδια άποψη διατύπωσε δημοσίως, λίγες ώρες μετά, και η επικεφαλής του SSM, Nτανιέλ Νουί, που ολοκλήρωσε χθες την επίσκεψή της στην Αθήνα:
«Το 2016 υπήρξαν καλά νέα σε πολλά μέτωπα, τους πρώτους δύο μήνες του 2017 απογοητευτήκαμε λίγο, σαν να έγινε μια παύση στην πρόοδο. Την ίδια στιγμή, έχουμε δει ότι το ρευστό χρήμα μειώθηκε επίσης.
»Επομένως, μπορεί να είναι ένα προσωρινό φαινόμενο, μεμονωμένες περιπτώσεις. Φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις πληρώνουν φόρους ή λογαριασμούς και ίσως η κατάσταση ξαναγίνει ομαλή τους επόμενους μήνες. Είναι πολύ νωρίς για να βγάλουμε συμπεράσματα».
Τέλος, ο Ευρωπαίος αξιωματούχος αναφέρθηκε στη σημασία της εταιρικής διακυβέρνησης των τραπεζών, τονίζοντας ότι τα διοικητικά συμβούλια πρέπει να στελεχώνονται από πρόσωπα που διαθέτουν εμπειρία σε υψηλές θέσεις και μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις, ιδιαίτερα σε περίοδο κρίσης.
