Σήμα στην Ευρώπη «να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες της» στο πεδίο των εργασιακών στέλνει η κυβέρνηση, καθώς σήμερα ξεκινά ο νέος κύκλος διαβουλεύσεων μεταξύ των Αθήνας και δανειστών.
Στόχος «όχι μόνο της ελληνικής κυβέρνησης αλλά και όλων των εμπλεκόμενων, δηλαδή και των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά και του Γιούρογκρουπ» είναι, σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζανακόπουλο, μέχρι τις 20 Μαρτίου να έχουν συμφωνηθεί τα ανοιχτά θέματα, προτού ξεκινήσει η κρίσιμη συζήτηση για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τους στόχους πρωτογενούς πλεονάσματος τα έτη μετά το 2019.
Η κυβέρνηση θέλει εξάλλου να υπάρξει συνολική συμφωνία μέσα στον Απρίλιο, ώστε τότε να ενταχθεί η Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
«Η τεχνική συμφωνία για τις μεταρρυθμίσεις, που αφορούν την περίοδο από σήμερα μέχρι και τη λήξη του προγράμματος το 2018 είναι σχεδόν ολοκληρωμένη με την εξαίρεση των εργασιακών» είπε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος (Alpha Radio).
Στο πεδίο των μέτρων και των αντιμέτρων, συμπλήρωσε, «έχει επίσης συντελεστεί μεγάλη πρόοδος και είναι αυτό, που κατά κύριο λόγο θα συζητηθεί τις επόμενες μέρες». Εμφανίστηκε δε βέβαιος πως «όταν καταλήξουμε σε συμφωνία, θα δείτε ότι θα πρόκειται για ένα μείγμα πολιτικών το οποίο θα είναι πολύ καλύτερο απ’ αυτό το οποίο περίμεναν ή προσδοκούσαν κάποιοι από την αντιπολίτευση, έτσι ώστε να δημιουργηθεί πολιτική φθορά στην κυβέρνηση».
Αναγνώρισε ότι «θα υπάρχουν τα μέτρα επιβάρυνσης, βεβαίως, αλλά θα υπάρχουν και αντίστοιχα μέτρα ελάφρυνσης είτε με τη μορφή φορολογικών ελαφρύνσεων είτε με τη μορφή αύξησης των κοινωνικών δαπανών, που θα δημιουργούν ένα δημοσιονομικό μείγμα κοινωνικά βιώσιμο και ισορροπημένο».
Λίγο πριν ξεκινήσουν οι τηλεδιασκέψεις του οικονομικού επιτελείου με τους εκπροσώπους των δανειστών ο Δημήτρης Τζανακόπουλος έβαλε κατά του ΔΝΤ και της Γερμανίας. Υπογράμμισε ότι το Ταμείο «έχει παράλογες απαιτήσεις σε μια σειρά ζητήματα που σχετίζονται με τα εργασιακά, την κοινωνική πολιτική, τη φορολογία», ενώ το Βερολίνο «αρνείται το αναπόφευκτο, δηλαδή τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους και τον προσδιορισμό ρεαλιστικών στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα μετά τη λήξη του 2018».
Στο ίδιο κλίμα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επέρριψε τις ευθύνες για την καθυστέρηση ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης στο ΔΝΤ και δύο ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που «άλλαξαν τους κανόνες του παιχνιδιού στη διάρκεια της εξέλιξής του». Ο Γιάννης Δραγασάκης υπενθύμισε μάλιστα («Εθνος») ότι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δήλωσε πως χωρίς το ΔΝΤ δεν υπάρχει πρόγραμμα, κάτι που έδωσε μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη στο Ταμείο.
Το ΔΝΤ, που απαιτούσε νέα μέτρα 2% του ΑΕΠ πέραν της αρχικής συμφωνίας, ενώ την ίδια στιγμή οι ίδιοι ΥΠΟΙΚ που ήθελαν το ΔΝΤ δεν δέχονταν το αίτημα του για το χρέος, συμπλήρωσε ο Γιάννης Δραγασάκης.
Η Αθήνα εισέρχεται στις διαπραγματεύσεις υπερασπιζόμενη τη θέση για την ανάγκη αποκατάστασης των συλλογικών διαπραγματεύσεων αλλά και της επαναρρύθμισης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Γι’ αυτό ο Δημήτρης Τζανακόπουλος επισήμανε ότι «αυτό το οποίο ζητά το ΔΝΤ είναι εκτός του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου» και «επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και από την Ευρώπη στον βαθμό που η Ευρώπη θέλει να συνεχίσει να σέβεται τον εαυτό της» συμπλήρωσε χαρακτηριστικά.
