Οταν ήρθε στο γραφείο μου και κάθισε απέναντί μου η Κατερίνα, νόμιζα πως αντίκριζα μια πριγκίπισσα με λευκό δέρμα, βγαλμένη από παραμύθι.
Η Κατερίνα δεν μιλούσε. Ηταν 22 ετών και μόνο άκουγε. Τα 12 κιλά που ήθελε να χάσει δεν καταλάβαινα γιατί ήθελε να τα χάσει, αφού δεν έδειχναν να την ενοχλούν.
Την ενημέρωσα για τον τρόπο που δουλεύω. Στην πρώτη μας συνάντηση είχε έρθει με τη μητέρα της και της έδωσα χρόνο για να σκεφτεί αν θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε.
Κοίταξε τη μητέρα της σαν να ζητούσε την άδειά της.
Μου τηλεφώνησε ύστερα από πέντε μέρες και ξεκινήσαμε. Εχανε βάρος συστηματικά, χωρίς ποτέ να χρωματίζει ή να περιγράφει το πώς έκανε δίαιτα.
Οταν τη ρωτούσα, απαντούσε μονολεκτικά. Σε λεκτικό επίπεδο δεν επικοινωνούσαμε γιατί δεν είχε μάθει να περιγράφει ούτε και να μιλά.
Το σεβάστηκα και ακολούθησα την ιδιαιτερότητά της, χωρίς ποτέ να την πιέσω να μιλήσει. Ισως να είχε βγει από την «Ωραία κοιμωμένη»…
Με εμπιστεύτηκε γιατί καταλάβαινε ότι την αποδεχόμουν απολύτως. Οτι αποδεχόμουν τη σιωπή της.
Της μιλούσα συνεχώς και λεπτομερώς: για τη βουλιμία, για την τροφή, για τη θρέψη, για τον οργανισμό της.
Τη ρωτούσα πάντα: «Τι θέλεις να βάλουμε στη διατροφή σου αυτή την εβδομάδα;».
Είχαμε αποκτήσει έναν δικό μας κώδικα.
Είχα μπροστά μου το χαρτί όπου της έγραφα το διαιτολόγιό της και σημείωνα:
- Πρωί:
- Μεσημέρι:
- Απόγευμα:
- Βράδυ:
Το άφηνα κενό και κομμάτι κομμάτι την παρότρυνα να προτείνει τι θέλει να φάει και να μου «πει» η ίδια τι να γράψω.
Είχε αποκτήσει πια επαρκή γνώση της διατροφής που ακολουθούσαμε και μέσα σε τρεις μήνες είχε χάσει έντεκα κιλά.
Ελεγε: «Μάλλον ντάκο με ταχίνι και μέλι». Το σημείωνα στο πρωινό.
«Βάλτε μου και καμιά μέρα αμύγδαλα+φρούτο. Ε… τώρα για το μεσημέρι, ξέρω ‘γώ, βάλτε δύο φορές όσπρια σαλάτα, μία φορά ψάρι» (συνήθως έβαζα δύο φορές ψάρι την εβδομάδα).
«Μετά… παρακάτω… ένα ελεύθερο γεύμα…» και με κοίταζε σαν να περίμενε να πάρει την άδειά μου.
«Πες μου εσύ τι θέλεις», της επαναλάμβανα.
Πηγαίναμε στο βραδινό. Εγραφα μόνο το «δύο φορές» και περίμενα.
Οταν έλεγε δεν ξέρω, σημείωνα: «Βράδυ: δύο φορές “δεν ξέρω”».
Γελούσε κι έπειτα μπορεί να έλεγε: «Πίτσα, παγωτό, λουκουμάδες». Αστειευόταν.
Εγραφα τότε: «Βράδυ: δύο φορές “δεν ξέρω”. Δύο φορές πίτσα, παγωτό, λουκουμάδες+σαλάτα με δυο κουταλιές λάδι».
Της άρεσε κι έκλεινε η ίδια τα βραδινά της.
«Ακόμα δύο φορές κρίθινο παξιμάδι+φέτα, λάδι+λαχανικά. Μία φορά ρύζι καστανό ή φαγόπυρο +λαχανικά και λάδι».
Τότε μάλιστα, επικοινωνούσαμε: όταν μου χαμογελούσε, όταν η έκφραση των ματιών της ακτινοβολούσε πόσο ασφαλής ένιωθε, όταν έφευγε χαρούμενη με το χαρτί που μου είχε η ίδια υπαγορεύσει να γράψω.
Τα «κρινοδάκτυλα της πριγκίπισσας» ήταν ακίνητα κι αυτή παγωμένη.
Τον τέταρτο μήνα, όπως συνήθως συνέβαινε, άρχισε να βάζει βάρος σταδιακά. Τότε άρχισε να μιλά λίγο.
Εξέφραζε την απορία της ως προς το τι την είχε πιάσει και είχε αρχίσει να τρώει.
Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί -κι αυτό ήταν μεγάλη πρόοδος για την Κατερίνα.
Κάθε εβδομάδα έμπαινε πια στο γραφείο και περιέγραφε τη διατροφή της, τις πολυφαγίες της, γελούσε, ζητούσε περισσότερες φορές μακαρόνια ντίνκελ.
Ξαναπήρε εφτά κιλά, και αυτό τη δυσαρεστούσε.
Οταν δω ότι μια θεραπεία αδυνατίσματος δεν αποδίδει, το εκφράζω πάντα και το επισημαίνω έγκαιρα, για να έχω την την άποψη του θεραπευόμενού μου. […]
«Θα σε βοηθούσε πολύ, πιστεύω, να ξεκινούσες αναλυτική ψυχοθεραπεία. Είναι μία μέθοδος που θα σου έδινε τη δυνατότητα να αναγνωρίσεις πολλά από τα συναισθήματα που κουβαλάς και, νομίζω, κρατάς μέσα σου. Επειδή είσαι κλειστή και δεν εκφράζεσαι εύκολα, το φαγητό πιθανόν να αναλαμβάνει να παίξει αυτόν τον ρόλο: να γίνει μία μορφή έκφρασης»[…].
Εφυγε προβληματισμένη. Συνέχισε να έρχεται και να δουλεύουμε με τον τρόπο της.
Κάποια μέρα μού ανέφερε πως δεν μπορούσε να πάει για ψυχοθεραπεία κι εγώ τη ρώτησα να μου πει, αν ήθελε, τον λόγο.
«Δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα -αν και ήδη οι γονείς μου επιβαρύνονται με τις σπουδές μου και το αδυνάτισμα, και δεν μπορώ να ζητήσω κι άλλα λεφτά για ψυχοθεραπεία. Επίσης δεν μπορώ να τους το πω. Θα νομίζουν ότι δεν με μεγάλωσαν σωστά και γι’ αυτό χρειάζομαι βοήθεια από ψυχολόγο. Θα τους στεναχωρήσω».
Ενιωσα βαθιά λύπη για λογαριασμό της κι εκείνη το αντιλήφθηκε.
Μετά από λίγο καιρό η Κατερίνα μού ανακοίνωσε την απόφασή της να διακόψει τη θεραπεία της.
«Θα προσπαθήσω μόνη μου», μου είπε.
Συμφώνησα και αποχαιρετηθήκαμε. Την Κατερίνα δεν την ξαναείδα.
Φαίνεται πως δεν μπορούσε να βρει τρόπο να ξεφύγει από τον γονεϊκό έλεγχο και να εδραιώσει έναν προσωπικό τρόπο ζωής και ύπαρξης.
Είναι πολύ πιθανόν να της απαγορευόταν ακόμα και να ψάξει να τον βρει.
Απόσπασμα από το βιβλίο μου «Εγώ και η ανάγκη μου για τροφή», εκδ. Opera, Αθήνα 2014.
Υπάρχουν επιστημονικές εργασίες πολλών ετών που αποδεικνύουν ότι η σύνθεση της σεροτονίνης στον εγκέφαλο διευκολύνεται όταν στο ίδιο γεύμα δεν συνυπάρχουν υδατάνθρακες και πρωτεΐνες (ζυμαρικά με κρέας ή πατάτες με τυρί). Μικρότερη συγκέντρωση σεροτονίνης, μεγαλύτερη ευπάθεια στην κατάθλιψη.
Η σύνθεση της σεροτονίνης πραγματοποιείται με βάση ένα αμινοξύ, την τρυπτοφάνη, πολύ διαδεδομένο σε όλες τις θρεπτικές ουσίες: υδατάνθρακες, λιπίδια, πρωτεΐνες.
Τροφές πλούσιες σε σεροτονίνη είναι: αβοκάντο, φιστίκια αράπικα, ντομάτες, μπανάνες, καρύδια, δαμάσκηνα, ακτινίδια, μελιτζάνες.
Οταν η διατροφή αποτελείται κυρίως από πρωτεΐνες, η συγκέντρωση της τρυπτοφάνης στο αίμα αυξάνεται σημαντικά αλλά δεν καταφέρνει να περάσει το αιματοεγκεφαλικό φράγμα και να γίνει σύνθεση σεροτονίνης, πράγμα που συμβαίνει στην περίπτωση του γεύματος με βάση τους υδατάνθρακες.
*Σύμβουλος διατροφής
