Τροπολογία η οποία ορίζει τον τρόπο αναπροσαρμογής των συντάξιμων αποδοχών για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης κατέθεσε το υπουργείο Εργασίας. Η ενέργεια αυτή του υπουργείου έρχεται μετά από την ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, η οποία δηλώνει… ανήμπορη να συμβάλει στην εξεύρεση μαθηματικού τύπου για τον υπολογισμό του συντελεστή ετήσιας μεταβολής μισθών και δεν παραλείπει να πετάξει το μπαλάκι αλλού.
Συγκεκριμένα, με την προτεινόμενη διάταξη του υπουργείου εξειδικεύεται ο τρόπος αναπροσαρμογής των συντάξιμων αποδοχών για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών για το διάστημα έως και το 2020, διενεργείται κατά τη μεταβολή του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Για το διάστημα 2021 και εφεξής η αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών διενεργείται με βάση το δείκτη μεταβολής μισθών, που υπολογίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ. Επίσης, με την προτεινόμενη διάταξη, προστίθεται εξουσιοδοτική διάταξη, δυνάμει της οποίας καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες και η διαδικασία της εφαρμογής του δείκτη μεταβολής μισθών της ΕΛΣΤΑΤ για την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών.
Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, λόγω των δυσμενών οικονομικών συγκυριών, αλλά πρωτίστως, της αναγκαιότητας παροχής ιατροφαρμακευτικής κάλυψης των πολιτών που υποαπασχολούνται, προβλέπεται με διάταξη, η παράταση, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2018, ευνοϊκών διατάξεων που αφορούν τις προϋποθέσεις κάλυψης κοινωνικοασφαλιστικά ως προς την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Επιπλέον, ορίζεται ως πόρος του κλάδου εφάπαξ παροχών του ΕΤΕΑΕΠ, μεταξύ άλλων, τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων. Το ποσοστό εισφοράς παλαιών και νέων ασφαλισμένων για τον κλάδο πρόνοιας ορίζεται στο ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο για τους μισθωτούς επί των ασφαλιστέων για τον κλάδο κύριας σύνταξης αποδοχών τους και για τους αυτοαπασχολούμενους επί του εισοδήματός τους, επί του οποίου υπολογίζονται οι εισφορές και για τον κλάδο κύριας σύνταξης.
«Δεν μπορεί» η ΕΛΣΤΑΤ
Είχε προηγηθεί η ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η οποία, εμμέσως πλην σαφώς, δηλώνει ότι οι διαθέσιμες στατιστικές της δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατάρτιση του συντελεστή ετήσιας μεταβολής μισθών του Ν. 4387/2016, επειδή αυτός αποκλίνει από τον Δείκτη Κόστους Εργασίας που καταρτίζει και δημοσιεύει η Στατιστική Αρχή.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, «η ΕΛΣΤΑΤ, ανταποκρινόμενη στο αίτημα (που υπεβλήθη τον Νοέμβριο του 2016) για τον υπολογισμό του ανωτέρω συντελεστή, συνεργάστηκε με τους εκπροσώπους της Γ.Γ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων και της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Το συμπέρασμα που προέκυψε είναι ότι οι διαθέσιμες στατιστικές της ΕΛΣΤΑΤ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την κατάρτιση του εν λόγω συντελεστή, επειδή αυτός αποκλίνει από τον Δείκτη Κόστους Εργασίας που καταρτίζει και δημοσιεύει η ΕΛΣΤΑΤ. Η εν λόγω απόκλιση είχε επισημανθεί στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή και στο πλαίσιο παλαιότερου αιτήματός της προς την ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με την κατάρτιση του συντελεστή ωρίμανσης για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών, σε εφαρμογή του Νόμου 3863/2010.
Σημειώνεται ότι η αναφορά στην “ετήσια μεταβολή μισθών, όπως προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή”, στα άρθρα 8, 28 και 35 του Ν. 4387/2016, περιελήφθη στον Νόμο χωρίς όμως να έχει προηγηθεί σχετική συνεργασία με την ΕΛΣΤΑΤ κατά τη διαδικασία σύνταξής του, όπως θα έπρεπε να είχε γίνει σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 7, του Στατιστικού Νόμου 3832/2010, όπως ισχύει.
Η ΕΛΣΤΑΤ πρότεινε πάντως στη Γ. Γ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων και την Εθνική Αναλογιστική Αρχή να προβούν στη μελέτη και αξιολόγηση των μεθοδολογιών που χρησιμοποιούνται σε άλλες χώρες, προκειμένου να ληφθούν υπόψη στην ανάπτυξη, με την υποστήριξη της ΕΛΣΤΑΤ, της εθνικής μεθοδολογίας κατάρτισης του συντελεστή μεταβολής μισθών.
Ως εκ τούτου, οι αναφορές ότι η ΕΛΣΤΑΤ επί εννέα μήνες εξέταζε την κατάρτιση του δείκτη είναι εκτός πραγματικότητας».
