Τη μεγάλη έρημο με τα εργασιακά προαπαιτούμενα προσπαθεί να διασχίσει η κυβέρνηση, για να μπορέσει να πιει νερό, αν όχι στο Eurogroup της προσεχούς Δευτέρας 20 Μαρτίου, τότε στο άτυπο που θα συνεδριάσει στη Μάλτα στις 7 Απριλίου.
Σε αυτό το πλαίσιο δίνει μάχη με τους δανειστές, έτσι ώστε το μεγάλο «αγκάθι» με τα εργασιακά να αποσυνδεθεί από το υπόλοιπο «πακέτο» προαπαιτουμένων της δεύτερης αξιολόγησης.
Εάν ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο –για το οποίο δεν υπάρχει ακόμη επίσημη τοποθέτηση από τους δανειστές– τότε οι πιθανότητες για τεχνική συμφωνία (Staff Level Agreement) τις επόμενες πέντε ημέρες είναι πολύ μεγάλες, από τη στιγμή που οι συζητήσεις για όλα τα μείζονα θέματα της αξιολόγησης (αφορολόγητο, συντάξεις, πλεονάσματα, ομαδικές απολύσεις, συλλογικές διαπραγματεύσεις και αντίμετρα) θα μετατεθούν για αργότερα. Ισως ακόμη και για μετά τις γερμανικές εκλογές τον Σεπτέμβριο.
Ετσι, στην τηλεδιάσκεψη που θα έχει Παρασκευή ή Σάββατο (σ.σ. δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί) το οικονομικό επιτελείο υπό τον Ευκλείδη Τσακαλώτο με τους επικεφαλής των δανειστών, θα συζητηθεί η ατζέντα με τις αμιγώς μνημονιακές δράσεις της δεύτερης αξιολόγησης και όχι τα δημοσιονομικά μέτρα τα οποία έβαλε εμβόλιμα πάνω στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, «τορπιλίζοντας» την προοπτική για συμφωνία.
Εκκρεμότητες
Από αυτές τις δράσεις οι πιο ουσιώδεις είναι αυτές που αφορούν την ενέργεια, τον «εξωδικαστικό συμβιβασμό», τη λειτουργία του νέου Ταμείου των αποκρατικοποιήσεων και μια σειρά από άλλα ζητήματα δευτερευούσης όμως σημασίας.
Πηγές του οικονομικού επιτελείου επιβεβαίωναν ότι οι εκκρεμότητες για όλα αυτά τα ζητήματα έχουν κλείσει στον μεγαλύτερο βαθμό, με τα τεχνικά κλιμάκια των δύο πλευρών να «χτενίζουν» τις τελευταίες λεπτομέρειες των διατάξεων που θα πάρουν τη μορφή νόμου το επόμενο διάστημα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση που η δεύτερη αξιολόγηση κλείσει χωρίς τα μεγάλα «βαρίδια» αυτό δεν θα είναι και το καλύτερο σενάριο για τη χώρα και την ελληνική οικονομία που επιθυμεί διακαώς την ένταξη των ομολόγων της στο σύστημα ποσοτικής χαλάρωσης (Q.E.) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Από την άλλη παρατείνει την αβεβαιότητα σχετικά με τον ρόλο που θα έχει τελικά το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα ενώ απομακρύνει την εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.
Για το οποίο χρέος το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής χτύπησε «καμπανάκι» ζητώντας σοβαρή αναδιάρθρωση η οποία θα διανθίζεται από την υλοποίηση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων.
Στην έκθεση, «Η παγίδα του χρέους», των οικονομολόγων της Βουλής υποστηρίζεται ότι η Ελλάδα έχει παγιδευτεί σε ένα αλληλοτροφοδοτούμενο υφεσιακό σπιράλ, τόσο λόγω του υψηλού χρέους, όσο και λόγω της αβεβαιότητας.
«Η παρούσα κατάσταση, δηλαδή της συνεχούς ανατροφοδότησης των δανείων με νέα δάνεια, οδηγεί σε αδιέξοδο, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για τους δανειστές» αναφέρεται στο κείμενος της έκθεσης.
Επομένως, κατά το Γραφείο Προϋπολογισμού, η σοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους θεωρείται απαραίτητη για να επανέλθει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης. Μια τέτοια εξέλιξη, συνεχίζει, είναι προς όφελος τόσο των δανειστών όσο και της Ελλάδας.
Πηγαίνοντας ένα βήμα παρακάτω, το Γραφείο αξιώνει μια αναδιάρθρωση, χάρη στην οποία η Ελλάδα θα μπορεί να εξυπηρετεί το υπόλοιπο χρέος της μέσω των αγορών, έχοντας πλέον αποτρέψει μια ενδεχόμενη χρεοκοπία, ενώ και οι δανειστές θα απεμπλακούν από το υπάρχον ατέρμονο «γαϊτανάκι» αλληλοτροφοδότησης των δανείων.
Οπως επισημαίνει, όταν το χρέος είναι υπερβολικό και δυσβάστακτο, στον βαθμό που κάθε «κέρδος» που προκύπτει από τις μεταρρυθμίσεις (π.χ. την αυξημένη φορολογία κ.ά.) ή τις επενδύσεις κατευθύνεται για την εξυπηρέτηση του χρέους (αντί αυτό το κέρδος να το καρπώνονται οι πολίτες της χώρας), τότε αυτό από μόνο του αποτελεί αντικίνητρο για τη χώρα, για να υλοποιηθούν τα βήματα αυτά.
Από την άλλη πλευρά, σπεύδει να υπερτονίσει, «μια αναδιάρθρωση χρέους, χωρίς βαθιές τομές, δεν θα βοηθήσει, καθώς σε μερικά χρόνια η χώρα θα βρίσκεται πάλι στην κόψη του ξυραφιού».
Συνεπώς σύμφωνα με τους τεχνοκράτες της Βουλής, η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις σε κρίσιμους τομείς, όπως στη Δικαιοσύνη, στην καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, στην καλύτερη λειτουργία των μηχανισμών του κράτους και στη διακυβέρνηση.
Μόνο με αυτόν τον τρόπο, καταλήγει η έκθεση, θα διασφαλιστεί ότι δεν θα ξαναφτάσει η χώρα σε καταστάσεις χρεοκοπίας και αναξιοπιστίας.
