Η γνωστή αντιπαράθεση Ευρωπαίων και τεχνικών κλιμακίων του ΔΝΤ για το ελληνικό πρόγραμμα μεταφέρθηκε πλέον και στους κόλπους του ίδιου του Ταμείου, οδηγώντας σε έναν «σπάνιο», σύμφωνα με τα ξένα ΜΜΕ, «δημόσιο διχασμό».
Από την άλλη πλευρά, ερωτήματα εγείρονται για την αξιοπιστία των εκθέσεων του Ταμείου για την ελληνική οικονομία και το χρέος.
Το ανακοινωθέν της προχθεσινής συνεδρίασης του Δ.Σ. του ΔΝΤ μπορεί να έδειξε ομοφωνία των 24 εκτελεστικών διευθυντών του Ταμείου στις οδυνηρές προτάσεις των τεχνικών κλιμακίων για διεύρυνση της φορολογικής βάσης και εξορθολογισμό του συνταξιοδοτικού συστήματος, ανέδειξε όμως από την άλλη πλευρά και τις αγεφύρωτες ακόμη θέσεις των δύο πλευρών για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, τη δημοσιονομική πορεία, τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Το Ταμείο σπάνια δημοσιοποιεί τις διαφωνίες που υπάρχουν στη δημόσια σφαίρα.
Η ανακοίνωσή τους προοιωνίζεται ίσως τη μελλοντική κατεύθυνση της σχέσης των δύο πλευρών.
Από την άλλη πλευρά πάντως οι επισημάνσεις του Ελληνα υπουργού Οικονομικών και του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος στις επιστολές που έστειλαν προς το προχθεσινό Δ.Σ. του Ταμείου γεννούν ερωτήματα για τα όσα υποστήριξαν τα τεχνικά κλιμάκια στην έκθεσή τους.
Ο κ. Τσακαλώτος επισημαίνει ότι η έκθεση δεν αντιμετωπίζει δίκαια διάφορους τομείς και ότι αρκετά από τα συμπεράσματά της δεν είναι συμβατά με τις πρόσφατες και καλά τεκμηριωμένες ενδείξεις.
1. Η συνολική εικόνα που δίνει για τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της κυβέρνησης δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική.
Ενώ στη διάρκεια του τελευταίου προγράμματος (ESM) προωθήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις όπως το ασφαλιστικό, το συνταξιοδοτικό, η υιοθέτηση ανεξάρτητης αρχής δημοσίων εσόδων κ.ά., η έκθεση μιλά για επιβράδυνση του μεταρρυθμιστικού μομέντουμ.
Η συνέπεια αυτής της παραπλανητικής παρουσίασης είναι οι επιπτώσεις αυτών των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομική ανάπτυξη να μην υπολογίζονται δεόντως στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (DSA).
Επί της αρχής αυτή η μεταρρυθμιστική προσπάθεια υποδεικνύει σε μια υψηλότερη δυνητική ανάπτυξη στο μέλλον.
Ο Ελληνας υπουργός επισημαίνει ακόμη ότι το ΔΝΤ υποβαθμίζει στην ανάλυσή του την πρόβλεψή του για τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας σε 1% από 1,25% (τον Μάιο του 2016).
Είναι η δεύτερη συνεχόμενη υποβάθμιση για τη μελλοντική ανάπτυξη της οικονομίας και αποτελεί σχήμα οξύμωρο αν ληφθούν υπόψη οι αναρίθμητες νομοθετημένες μεταρρυθμίσεις, το αποτέλεσμα της πρώτης αξιολόγησης και η σημαντική επιτάχυνση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας.
2. Η πορεία των δημοσίων οικονομικών τόσο το 2015 όσο και το 2016 είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι αναμενόταν.
Το ΔΝΤ προέβλεψε πρωτογενές πλεόνασμα -0,5% για το 2015 και μεγέθυνση ώς και 1,5% το 2018, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ήδη νομοθετημένα μέτρα.
Οι προκαταρκτικές ενδείξεις δείχνουν όμως ότι το περσινό πρωτογενές πλεόνασμα θα είναι περίπου στο 2% του ΑΕΠ. Παρά τη σημαντική δημοσιονομική υπεραπόδοση, η ανάλυση του ΔΝΤ δεν προχωρεί σε μια ουσιαστική αναθεώρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων για το 2018 και τη συνέχεια, παραμένοντας στην αρχική του εκτίμηση.
Εκτός αυτού το σημαντικό δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2016 θέτει υπό ερώτημα 3 βασικές διαφωνίες που έχουν αποτυπωθεί στην έκθεση:
α) τη διαφωνία ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να διατηρήσει πλεονάσματα μεγαλύτερα του 1,5% του ΑΕΠ,
β) ότι το κενό για τις εκτιμήσεις των δημοσιονομικών πλεονασμάτων μεταξύ ΔΝΤ και άλλων θεσμών πρέπει να μειωθεί και
γ) τα αποτελέσματα της ανάλυσης για τη βιωσιμότητα του χρέους που καθίστανται αμφίβολα από τη στιγμή που δεν βασίζονται ούτε στις πιο πρόσφατες ενδείξεις για τις δημοσιονομικές επιδόσεις ούτε στην ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να παράγει πλεονάσματα.
3. Η έκθεση επιχειρηματολογεί για ένα φιλικό προς την ανάπτυξη μίγμα πολιτικής, αλλά παρουσιάζει αναποτελεσματικές ή παραπλανητικές ενδείξεις για την επίδραση της τρέχουσας πολιτικής και τις επιπτώσεις της επανεξισορρόπησης.
Ο υπουργός υπογραμμίζει ότι ενώ συμφωνεί στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αυτό θα πρέπει να συμβεί μέσω βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης και όχι μέσω μείωσης της φορολογικής ελάφρυνσης.
Επισημαίνει ότι στην ανάλυση του ΔΝΤ χρησιμοποιείται σύγκριση διαφορετικών μονάδων χωρίς την κατάλληλη προσαρμογή.
Για να στηριχτεί το επιχείρημα υπέρ μείωσης του αφορολογήτου συγκρίνονται οι φορολογικές δηλώσεις στην Ελλάδα με τα δεδομένα έκθεσης οικογενειακών προϋπολογισμών των άλλων χωρών.
Αυτό οδηγεί, τονίζει, σε παραπλανητικά αποτελέσματα.
Ανόμοιες συγκρίσεις
Ο κ. Τσακαλώτος κάνει αναφορά σε άλλα κενά της ανάλυσης του ΔΝΤ όπως για παράδειγμα στις θέσεις για τις συντάξεις, όπου δεν περιλαμβάνονται οι επιπτώσεις της πρόσφατης μεταρρύθμισης ενώ γίνονται και πάλι ανόμοιες συγκρίσεις με άλλες χώρες για τις εισφορές.
Καταλήγει ότι τόσο οι συστάσεις της έκθεσης όσο και οι παραδοχές των τεχνικών κλιμακίων στην ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους βασίζονται σε υπερβολικά πεσιμιστικές παραδοχές.
Από την πλευρά του, ο κ. Στουρνάρας συμφωνεί μεταξύ άλλων ότι η έκθεση είναι πεσιμιστική στις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις, ενώ σημειώνει ότι υποβαθμίζει την πρόοδο που έχει σημειωθεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
