«Το πραγματικό σκάνδαλο εδώ είναι ότι διαβαθμισμένες πληροφορίες μοιράζονται παράνομα από τις ‘‘μυστικές υπηρεσίες’’ σαν καραμέλες. Πολύ αντιαμερικανικό!».
Στην αντεπίθεση περνά ο Ντόναλντ Τραμπ μετά τον σάλο που έχει δημιουργηθεί στην Ουάσινγκτον σχετικά με τις «ύποπτες» δοσοληψίες της κυβέρνησής του με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Παράλληλα, πραγματοποιεί στροφή στη μέχρι τώρα στάση του απέναντι στη Μόσχα, ζητώντας της να επιστρέψει την Κριμαία στην Ουκρανία μέσω του εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, Σον Σπάισερ.
Μένει να φανεί αν πρόκειται για ουσιαστική στροφή ή για ελιγμό απέναντι στον μιντιακό θόρυβο των ημερών.
Μετά την προχθεσινή παραίτηση του στενού συμβούλου του Τραμπ σε θέματα ασφάλειας Μάικλ Φλιν ύστερα από την αποκάλυψη για τις επαφές του με τον Ρώσο πρέσβη στην Ουάσινγκτον τον περασμένο Δεκέμβριο, δημοσίευμα των New York Times ισχυριζόταν ότι και άλλοι συνεργάτες του προέδρου ήταν σε επαφή με στελέχη των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών κατά την προεκλογική περίοδο.
Η εφημερίδα επικαλείται σχετικές μαρτυρίες Αμερικανών αξιωματούχων επιχειρώντας να αποδείξει ότι η «διάβρωση» της κυβέρνησης Τραμπ από τη Μόσχα είναι πολύ βαθύτερη από ό,τι φαίνεται.
Διευκρινίζει ωστόσο ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν κάποια «συνεργασία» μεταξύ του επιτελείου του Τραμπ και της Μόσχας.
Ο «ρωσικός δάκτυλος» είναι το κυρίαρχο θέμα στα αμερικανικά ΜΜΕ, με ορισμένους αναλυτές να κάνουν λόγο για «εκτροπή», ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά και σκάνδαλο διαστάσεων Γουοτεργκέιτ.
Ρεαλιστική σύγκριση
«Το Γουοτεργκέιτ είναι το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο που έχω ζήσει, ίσως τουλάχιστον μέχρι τώρα. Ηταν ό,τι πιο κοντινό σε συνταγματική κρίση, ίσως τουλάχιστον μέχρι τώρα», έγραψε στη σελίδα του στο facebook ο πρώην παρουσιαστής του CBS Νταν Ράδερ, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της αμερικανικής δημοσιογραφίας.
Κι ενώ Δημοκρατικοί αλλά και Ρεπουμπλικανοί ζητούν τη διεξαγωγή έρευνας γι’ αυτές τις πληροφορίες, ο Τραμπ επέρριψε όλες τις ευθύνες στους πολιτικούς του αντιπάλους με μια σειρά μηνυμάτων στο twitter.
«Αυτή η ιστορία των ρωσικών διασυνδέσεων είναι ένας παραλογισμός, είναι απλώς μια προσπάθεια συγκάλυψης των πολλών λαθών που διέπραξε η ηττημένη προεκλογική εκστρατεία της Χίλαρι Κλίντον», έγραψε χθες στον λογαριασμό του.
Στη συνέχεια, υπενθύμισε ότι «η Ρωσία κατέλαβε την Κριμαία» ενώ πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Μπαράκ Ομπάμα και διερωτήθηκε: «Ηταν πολύ ήπιος ο Ομπάμα με τη Ρωσία;».
«Τα μέσα ενημέρωσης που διασπείρουν ψευδείς πληροφορίες έχουν τρελαθεί με τις θεωρίες συνωμοσίας και το τυφλό μίσος τους», συνέχισε, στοχεύοντας κυρίως στο CNN και το MSNBC. Αντίθετα, συνεχάρη το δεξιό κανάλι Fox. Επίσης, επέπληξε για ακόμα μία φορά τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
«Οι πληροφορίες δίνονται παράνομα στους κακούς New York Times και την Washington Post από την κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών (NSA και FBI);», αναρωτήθηκε στο twitter.
Τις κατηγορίες για «παράνομες διαρροές» επανέλαβε και στην κοινή συνέντευξη Τύπου που έδωσε χθες με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου. Σχολίασε επίσης ότι «είναι θλιβερό το πόσο άσχημα μεταχειρίστηκαν τα ΜΜΕ τον Μάικλ Φλιν.
«Μην πιστεύετε!»
Στη γραμμή Τραμπ βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο και το Κρεμλίνο σε ό,τι αφορά τις διαρροές των ΜΜΕ περί «ρωσικού δακτύλου» στη νέα αμερικανική κυβέρνηση.
«Μην πιστεύετε τις πληροφορίες των εφημερίδων, είναι πολύ δύσκολο αυτή τη στιγμή να ξεχωρίσουμε τις τοξικές και τις ψευδείς» ειδήσεις, δήλωσε χθες ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, τονίζοντας ότι οι πηγές που επικαλούνται οι New York Times είναι ανώνυμες.
Αντίθετα, η προτροπή σχετικά με την Κριμαία δεν έτυχε καμιάς υποστήριξης στη Μόσχα. «Δεν επιστρέφουμε τα εδάφη μας. Η Κριμαία είναι έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας», δήλωσε η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα.
Κι ενώ αυτά συμβαίνουν στην ακτίνα Ουάσινγκτον-Μόσχας, χθες ο νέος υπουργός Αμυνας Τζέιμς Μάτις έκανε το ντεμπούτο του στην Ευρώπη προκαλώντας μικρές αναταράξεις σε σχέση με το ΝΑΤΟ.
Παρότι επιβεβαίωσε τη στήριξη των ΗΠΑ στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, επανέλαβε με πιο εύσχημο τρόπο την προεκλογική απειλή του Ντόναλντ Τραμπ για μείωση της αμερικανικής χρηματοδότησης, αν και οι άλλες χώρες-μέλη δεν αυξήσουν τη συνεισφορά τους.
