Γιάννης Μπαλαμπανίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις διαλέξεις του στο Κολέγιο της Γαλλίας, το 1974-1975, ο Μισέλ Φουκό περιέγραφε το παράδοξο η εξουσία ενίοτε να ενσαρκώνεται από ένα πρόσωπο αισχρό και γκροτέσκο:

«Οταν η εξουσία εμφανίζεται ρητά ως αχρεία, άτιμη ή απλά γελοία, δεν νομίζω ότι ο σκοπός είναι να περιοριστούν οι συνέπειές της και να αφαιρεθεί μαγικά το στέμμα από αυτόν στον οποίο δόθηκε. Μου φαίνεται, αντιθέτως, ότι ο σκοπός είναι να καταδειχθεί με τρανταχτό τρόπο ότι η εξουσία είναι αναγκαία και αναπόφευκτη, ότι μπορεί ακριβώς να λειτουργεί με όλη της την αυστηρότητα και στο αποκορύφωμα της βίαιης ορθολογικότητάς της, ακόμη κι όταν βρίσκεται στα χέρια κάποιου πραγματικά απαξιωμένου» (“Οι μη κανονικοί”, Εστία, 2010).

Μοιάζει να έχει ειπωθεί για κάποιον σαν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Αλλά τι είδους εξουσία είναι αυτή που εμφανίζεται ως «αναγκαία και αναπόφευκτη»; Ποια είναι η «βίαιη ορθολογικότητά» της;

Δεν είναι άλλο από την υπόσχεση μιας παλινόρθωσης, ενός αυταρχικού προστατευτικού πέπλου σε έναν κόσμο που κλονίζεται.

Ευτράπελη στην όψη, η εξουσία αυτή ανακαινίζει κλασικά ρεπερτόρια του πολιτικού συντηρητισμού: ένας διττός εθνικισμός («Πρώτα η Αμερική») που υπόσχεται ασφάλεια μέσα από την επιστροφή στην εθνική κυριαρχία αλλά και την εθνική ομοιογένεια· ισχυρό κράτος που με πυγμή επιβάλλει την ευταξία· υπεράσπιση της παράδοσης και των αυστηρών ιεραρχιών έναντι της ανεκτικότητας, της επιτρεπτικότητας και των ατομικών δικαιωμάτων· επιστροφή μιας «φυσικής» αριστοκρατίας που, noblesse oblige, θα αναλάβει την ευθύνη για τους λιγότερο ευνοημένους.

Ο συντηρητισμός αυτός συνάπτεται ταυτόχρονα με τις πιο εγωιστικές εκδοχές ενός νεοφιλελευθερισμού που αποθεώνει την ατομική ευθύνη και το προμηθεϊκό πνεύμα των «my way» αυτοδημιούργητων κόντρα στις αγκυλώσεις του (κοινωνικού) κράτους-γκουβερνάντα – να πάψουν οι άνθρωποι να ζουν από τα επιδόματα (του Obamacare, υπονοείται) και να επιστρέψουν στα αμερικανικά εργοστάσια, λέει ο Τραμπ, θυμίζοντας, αναπόφευκτα, τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

Βαριάντες αυτής της επαγγελίας συναντάμε πλέον σε χώρες-κλειδιά της Δύσης, μόνο που στην άλλη όχθη του Ατλαντικού πρωταγωνιστεί η άκρα Δεξιά.

Στην πρόσφατη συνάντησή τους, η ανερχόμενη Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), η Μαρίν Λεπέν, ο Γκέερτ Βίλντερς, ο Ματέο Σαλβίνι της Λέγκας του Βορρά υποσχέθηκαν «μια νέα Ευρώπη», επικρότησαν το Brexit και τον Τραμπ, κατήγγειλαν «το πολιτικό Ισλάμ», εγκαλώντας την Ανγκελα Μέρκελ ότι άνοιξε την πόρτα σε χιλιάδες πρόσφυγες ενάντια στη βούληση του γερμανικού λαού.

Η ανοιχτή αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος δεν έρχεται, όπως πολλοί περίμεναν, από τον «μεσογειακό λαϊκισμό» της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά από την άκρα Δεξιά – ει μη και από mainstream δυνάμεις όπως οι Βρετανοί Συντηρητικοί.

Το επόμενο επεισόδιο του δράματος θα παιχτεί στη Γαλλία.

Εκεί, η δεξιά απάντηση στην ακροδεξιά πρόκληση είναι ο Φρανσουά Φιγιόν: συντηρητικός, υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, με σημαία τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, την αύξηση ωρών εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, την αντίθεση στον γάμο και την υιοθεσία για ομόφυλα ζευγάρια, την εναντίωση στον «ισλαμικό ολοκληρωτισμό».

Η χώρα δεν αντέχει άλλη «υποβάθμιση», βροντοφώναξε ο Φιγιόν και απενοχοποιημένα δήλωσε ότι «η Γαλλία είναι πιο δεξιά από ποτέ».

Αγαπημένο Leitmotiv των νεοσυντηρητικών: η «υποβάθμιση», η «παρακμή» της χώρας, του σχολείου, της γλώσσας, της αυθεντίας, οφείλεται στην κυριαρχία των προοδευτικών ιδεών και στη γενιά του ’68 (απαραίτητη αναφορά), όπως θα έλεγαν διανοούμενοι σαν τον Μισέλ Ουελμπέκ, τον Ερίκ Ζεμούρ, τον Αλέν Φινκελκρότ· μια σκέψη αντι-μοντέρνα που παράγει στρατιές νεαρών συντηρητικών, σαν τους οπαδούς του Ζαν-Κλοντ Μισεά, ο οποίος αποδίδει την παρακμή στην «πλαδαρή» ιδεολογία της προόδου και κηρύττει ξεπερασμένη (τι κλισέ πια…) τη διάκριση Αριστερά-Δεξιά.

Ο Αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος Michael Walzer παρατηρεί ότι η νεοσυντηρητική δημαγωγία δεν είναι παρά μια νέα διευθέτηση των σχέσεων εξουσίας εντός του κραταιού, παρά τον κλονισμό του 2008, παραδείγματος του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Η Αριστερά, στις ποικίλες όσο και αμήχανες εκδοχές της, οφείλει λοιπόν να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις της μπροστά στη δεξιόστροφη επίθεση ενάντια στους μετανάστες, τις μειονότητες, τα συνδικάτα, το δημόσιο σχολείο, την κοινωνική πρόνοια, τα δικαιώματα, την προστασία του περιβάλλοντος – θα προσθέταμε: και τους προοδευτικούς κάθε απόχρωσης («The historical task of the Left in the present period», Dissent, 2-1-2017).

Ολα αυτά ακούγονται ρετρό και μακριά από το ρεαλιστικό πνεύμα της εποχής.

Αλλά στο όνομα ποιου «πραγματικού» είναι υποχρεωμένη η Αριστερά να προσχωρεί διαρκώς σε αλλότριες ατζέντες, αφήνοντας ανυπεράσπιστα τα θεμελιώδη της δικής της ταυτότητας; Η επίδοση του Μπενουά Αμόν στις προκριματικές εκλογές του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος μοιάζει να είναι ακόμη ένα βήμα μιας ευρύτερης τάσης που ίσως και να μην αποδειχθεί «too little, too late».

Το 2012 ο Αμόν ήταν, μαζί με τη Μαρτίν Ομπρί και τον Τομά Πικετί, ο ιθύνων νους της πιο συνεκτικής σοσιαλδημοκρατικής προγραμματικής πλατφόρμας στην Ευρώπη της κρίσης, η οποία ωστόσο ουδέποτε υλοποιήθηκε από την αδιάφορη προεδρία του Ολάντ: μέριμνα (care), πραγματική ισότητα (égalité réelle) και φορολογική επανάσταση (révolution fiscale).

Αν είναι υπερβολικά αριστερός, και ως εκ τούτου μη «προεδροποιήσιμος», αυτό μένει να φανεί (η ίδια καχυποψία υπήρχε έναντι του Μπέρνι Σάντερς).

Αλλά όταν η δεξιά πολιτική ταυτότητα ανασυγκροτείται με σκληρά ιδεολογικούς όρους και οι Γάλλοι ψηφοφόροι θα έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στον υπερσυντηρητικό Φιγιόν και την ακροδεξιά Λεπέν, τι θα πρόσφερε ακόμη μια δεξιόστροφη σοσιαλιστική υποψηφιότητα όπως ο Βαλς – για να μη μιλήσουμε για τον πέραν της Αριστεράς Εμανουέλ Μακρόν;

Επ’ αυτών όμως, θα χρειαστεί να επανέλθουμε.

*πολιτικός επιστήμονας ([email protected]). Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»