Είναι όμως κάτι πράγματα. Αχ, αυτά τα «κάτι πράγματα»… Τόσα δα, μικρά, ασήμαντα ίσως, που ώρες ώρες, όμως, γίνονται τεράστιο κερασάκι, μπαίνουν στην κορφή της τούρτας της καθημερινής γκρίνιας και μιζέριας και τότε έρχεται και δένει το γλυκό. Ε, αυτά τα πραγματάκια, αν κατσικωθούν στην τούρτα μου, αδυνατώ να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
Κοκκινίζουν τ’ αφτιά μου, κλείνει ο λαιμός μου, δεν ξέρω αν μεγαλώνει και η μύτη μου. Πάντως, μεταμορφώνομαι σ’ ένα πλάσμα αλλόκοτο. Γίνομαι κατευθείαν η κακιά μητριά της Σταχτοπούτας και η Αγγλίδα γεροντοκόρη των μυθιστορημάτων της Τζέιν Οστιν, δύο σε ένα, μεμιάς.
Ξαναλέω: είναι μικρά. Στο μάτι. Γιατί στο μυαλό μου αποκτούν διαστάσεις ελέφαντα που έχει κολλήσει στη λάσπη. Και μαζί του, βαλτώνω κι εγώ στα ίδια λασπόλουτρα. Δεν μπορώ, ας πούμε, να καταλάβω γιατί μηχανάκια μού κλείνουν τον δρόμο… στο πεζοδρόμιο. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι παίρνουν τα διάφορα φυλλάδια που μοιράζουν στο μετρό, για να τα παρατήσουν στοίβα, στην άκρη της σκάλας.
Ή στο σινεμά: μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει γιατί όταν θυμώνει η πρωταγωνίστρια και αποφασίζει να πάρει των ομματιών της και να φύγει, βάζει τα ρούχα στη βαλίτσα μαζί με τις κρεμάστρες; Ή γιατί δεν προσαρμόζουν ποτέ τα ρολόγια στην ώρα της δράσης; Εχει φύγει η τύπισσα, με κρεμάστρες και βαλίτσες, έχει ξαναπαντρευτεί ο τύπος, γέννησαν και τα παιδιά του και το ρολόι εκεί, 10 το πρωί. Μέρα νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι.
Και τα φινάλε. Αμάν πια με αυτά τα «ανοιχτά» φινάλε. Εχεις βρει χρόνο, αν είσαι τυχερός έχεις βρει και παρέα, έχεις πληρώσει εισιτήριο, έχεις πάρει και ένα κιλό από τα πατατάκια, κοκακολάκια και λοιπά καρκινογόνα εδέσματα, έχεις κάτσει δυο ώρες στο σκοτάδι και ο σκηνοθέτης αφήνει το φινάλε στην κρίση σου. Ε, όχι! Αυτό δεν το δέχομαι. Και δεν μιλάω για τους Ευρωπαίους auteur (σ.σ. δημιουργούς). Αυτοί έχουν το ακαταλόγιστο.
Αναφέρομαι στους Αμερικανούς: θέλει ο Αμερικανός του Χόλιγουντ να κάνει «εναλλακτικό σινεμά» και δεν βάζει φινάλε και νομίζει ότι αυτό αρκεί. Είναι σαν να δίνει η Siemens χρήματα για να γίνουν ξύλινα ψυγεία, φιλικά προς το περιβάλλον. Δεν εξιλεώνεται το βρόμικο παρελθόν σου, φιλενάδα, με ξυλογλυπτική ούτε με τα φραγκοδίφραγκα που έδωσες και καλά για υποτροφίες στα Ελληνόπουλα, πώς να το κάνουμε…
Το χειρότερο, όμως, όλων, το σούπερ κερασάκι, είναι όταν όλα τα παραπάνω τα αναγνωρίζω σε λόγια πολιτικών φορέων ή δημοσιογραφικών κύκλων. Εκεί, πια, πιάνω πάτο. Ακούω νέα κοπέλα, σαν τα κρύα τα νερά, να μου αναλύει πως η Ελλάδα έχει παραγάγει ικανή ποσότητα σε προϊόντα ώστε να καλύψει την εσωτερική ζήτηση, άρα μπορούμε να βγούμε από το ευρώ, χωρίς ιδιαίτερη καΐλα.
Μα καλά, αναρωτιέμαι, λεμόνια δεν έχει αγοράσει ποτέ της, που είναι όλα Ισραήλ και Αργεντινής, γιατί τα δικά μας δεν φτάνουν ούτε για λαπά αρρώστου; Δεν πιάνω καν το θέμα (που μέχρι και άχυρο από την ΠΓΔΜ εισάγουμε) και μένω στη φωνή. Η φωνή της έχει βαρύνει, δεν ακούγεται γυναικεία, έχει γίνει τραχιά και βραχνή. Για να ακουστούν σοβαρά τα όσα λέει. Ανδροποιούμε τη φωνή μας, μπας και μας πάρουν στα σοβαρά.
Φτιάχνω βαλίτσες και ρίχνω τα ρούχα με τις κρεμάστρες μαζί! Ο,τι να ‘ναι! «Ο κόσμος» λέει, «είναι έτοιμος για τη ρήξη. Θέλει έξοδο από το ευρώ και από την Ευρώπη τώρα!». Και το λέει με σιγουριά. Εκ μέρους όλων. Κι από την άλλη, οι άλλοι λύνουν και δένουν, επίσης χωρίς ουσιαστικό επιχείρημα. Νύχτα μέρα, χειμώνα καλοκαίρι, το ρολόι εκεί: 10 το πρωί!
«Κολλήγα γιος του παππού μου ο παππούς, κολλήγα γιος του παππού μου ο πατέρας, κι ο παππούς μου κολλήγας κι αυτός. Και μονάχα εγώ, του πατέρα μου γιος, είμαι πια ένας αστός, είμαι πια καθεστώς». Τα ‘πε ο Λουκιανός. Στην ώρα που έπρεπε και με δυνατό φινάλε.
