Καθώς το συγκεκριμένο άρθρο δεν ξέρω πού θα μας βγάλει, ας κάνουμε τον σταυρό μας καλού-κακού, τώρα που ‘ναι αρχή. Εξάλλου, είναι και της μοδός τελευταία.
Τι κι αν έχεις δημιουργήσει σκάνδαλα που έριξαν κυβερνήσεις και ανέστειλαν καριέρες μεγάλων πολιτικών ανδρών (αχ, ποιος του το ‘κανε αυτό το κακό σε Βουλγαράκη και Ρουσόπουλο!).
Τι κι αν έχεις φάει δημόσιο χρήμα με τις οκάδες; Αν είναι νηστίσιμο, δεν πιάνεται.
Τι κι αν έχεις κατηγορήσει ολάκερους λαούς ως μιαρούς και βλάσφημους; Κάνεις ένα σταυρό και ξεμπερδεύεις.
Αν θα τον κάνεις με τρία δάχτυλα από δεξιά προς τ’ αριστερά ή με δύο από αριστερά προς τα δεξιά ή δείξεις ένα και καλό, λίγη σημασία έχει.
Ο θεός είναι μεγάλος και πολυπρόσωπος. Με δικαστική, αλλά και ευρωπαϊκή βούλα πλέον.
Ολοι οι θεσμοί αυτής της γραίας, που λέγεται ήπειρος ευρωπαϊκή, ενωθήκαν την προηγούμενη εβδομάδα και το απέδειξαν. Τέλος και τελεία και αμαρτίαν ουκ έχω.
Οχι εγώ. Ασε με εμένα. Οσους σταυρούς και αν κάνω στην αρχή του άρθρου, συγχωροχάρτι δεν παίρνω. Οι άλλοι.
Αυτοί κατάφεραν να συχωρεθούν οι αμαρτίες τους. Εμείς οι υπόλοιποι, συχωρεθήκαμε σκέτο.
Να ζήσουμε να μας θυμόμαστε. Ως ραγιάδες; Ως απατεώνες; Ως πότες και γυναικάδες;
Κάπως θα μας θυμούνται κι εμάς – τσάτρα-πάτρα, δεν έχει σημασία. Στο πάνθεον της μνήμης να κλείσουμε θεσούλα, αυτό προέχει.
Οι πρώτοι θα ‘μαστε ή οι τελευταίοι; Πόσοι και πόσοι ανά την Ιστορία δεν κάναν ό,τι ήταν δυνατόν (πέρα από αρχές ή μέσα σε αυτές, αναδιατυπώνοντάς τες κατά το δοκούν) για να περάσουν στο αυτό Πάνθεον και μείναν στις μνήμες των λαών και τους διαφεντεύουν και μετά θάνατον;
Γιατί μπορεί κανείς να ξεφεύγει από τα βάσανα του κόσμου τούτου όταν αποδημήσει εις Κύριον, ωστόσο όσοι μένουν, δύσκολα ξεφεύγουν από τα βάσανα που προκάλεσε στον κόσμο τούτο ο αποδημήσας.
Πάρε για παράδειγμα τον Ιωάννη ή Ζαν ή Γιαν. Αρχές του 16ου αι. γεννήθηκε ο Καλβίνος, πεντακόσια χρόνια μετά, ακόμη πληρώνουμε τις εξυπνάδες του.
Τι να σου κάνω που τον έχουν καταχωρίσει στο εν λόγω Πάνθεον ως «εκ των κορυφαίων εκκλησιαστικών Μεταρρυθμιστών στην ιστορία του δυτικού κόσμου».
Αντε κατέβασέ τον από κει πάνω! Στα χνάρια του Καλβίνου και ο Γερούν, που δηλώνει «καλβινιστής» και ως τέτοιος «αυστηρός και ευθύβολος» και ως τέτοιος (δεν τον χαρακτηρίζω, με βλέπεις, στέκομαι κυρία!) μπορεί να βρίζει χυδαία όποιον του κάνει γούστο.
Μέγα αμάρτημα ήταν το να δανείζεις με τόκο, πριν από το 1500. Ερχεται ο Ζαν ο Καλβίνος και αναπτύσσει μια σειρά θεολογικού τύπου επιχειρήματα που ουσιαστικά «νομιμοποιούν» στα μάτια του Θεού το «δώσε πόνο – πάρε τόκο».
Και σαν να μην έφτανε αυτό, βάζει τα θεωρητικά θεμέλια της ανάπτυξης της προτεσταντικής ηθικής της εργασίας (αχ, πόσο την έχουμε πληρώσει τη ρημάδα!) και το πνεύμα του καπιταλισμού.
Τα αναλύει μια χαρά ο Μαξ Βέμπερ στο ομώνυμο βιβλίο. Θα τα σουμάρω στο εξής: ενώ μέχρι τότε, η κοινωνία ήταν ανεκτική απέναντι στον φτωχό και τον ανήμπορο, πλέον όποιος δεν βγάζει κέρδος θεωρείται εξοβελιστέος.
Και όλα αυτά με θεϊκή διαταγή, βούλα, πώμα και τάπα ταυτοχρόνως.
Αυτή την τάπα φάγαμε κι εμείς τις προάλλες. «Θες αλληλεγγύη; Θα πληρώσεις. Χρωστάς; Θα πληρώσεις τα διπλά. Δεν είσαι κερδοφόρος; Θα αναστενάξεις!»
Τώρα, που το καλοσκέφτομαι, για καλβινιστής και λίγα μάς έσουρε ο Γερούν.
Ο ίδιος, σύμφωνα με τις ιδεοπιστίες του (έγινε βλέπεις η πίστη, ιδεολογία), μια χαρά τα είπε και αμαρτίαν ουκ έχει.
«Η κόλαση είναι των ζωντανών η καθημερινότητα. Ή την αποδεχόμαστε και γινόμαστε τμήμα της ώστε να μην τη “βλέπουμε” πια, ή προσπαθούμε να δούμε τι και ποιος, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και αγωνιζόμαστε να του δώσουμε διάρκεια και χώρο».
Από τον Καλβίνο ειπώθηκαν κι αυτά, αγαπητέ Γερούν και λοιποί, ντόπιοι και ξένοι εντολοδόχοι. Τον Ίταλο, όμως. Στο βιβλίο του «Αόρατες πόλεις».
Ξέρεις, αυτές, του Νότου. Καλβινίστρια είμαι κι εγώ, βλέπεις. Λογοτεχνική, όμως.
