Κλεμμένος από τον Μπουνιουέλ ο μισός σημερινός τίτλος: «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας». Νέοι τότε. Κόχλαζε το αίμα μας από σουρεαλισμό και επανάσταση. Χούντα στο πιο πηχτό σκοτάδι της, 1972. Πάντα με διασκέδαζαν οι πινακίδες: «Εκτελούνται έργα». Προπαντός η αρχαιοπρεπής: «Εκτελούνται μεταφοραί». Επίσημες, βαρύτιμες, για δουλειές που θέλουν κόπο και υπηρετούν ανάγκες καθημερινές: το φευγαλέο, το πρόσκαιρο.
Ηταν εκείνο το σύνθημα στα Εξάρχεια: «Μην αφήσεις αυτό που σε τρώει να χορτάσει». Ο ανώνυμος ποιητής της αστικής μούσας (εκεί κατέτασσα τότε τα συνθήματα στους τοίχους, αργότερα πέρασαν στο facebook) έδωσε με οχτώ λέξεις ό,τι άλλοι πασχίζουν σε σελίδες και τόμους. Πως λιγάκι αν αφεθείς στη βολή της ρουτίνας, της συνήθειας, τότε τα κύτταρα των επιθυμιών μεταλλάσσονται σε καρκινικά και σε τρώει η καθημερινότητα.
Ηταν, μετά, εκείνη η ταινία που είδαμε με τη γυναίκα μου. Η «Τζούλι και Τζούλια», της Νόρα Εφρον, με τη μοναδική, κατά τη γνώμη μου, Μέριλ Στριπ (Τζούλια) και την ανερχόμενη, τότε, εξαίρετη, Εϊμι Ανταμς (σοβαρή υποψηφιότητα για το φετινό Οσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου, στο «Αράιβαλ»∙ με ενθουσίασε).
Θέμα της ταινίας, πάντα σαγηνευτικό για μένα: η ανύψωση της καθημερινότητας μέσα από την πιο καθημερινή των καθημερινών φροντίδα: μαγείρεμα-στρωμένο τραπέζι, όταν απογειώνεται σε πτήσεις γαστρονομικές.
Θυμάμαι, αμυδρά, μιαν ατάκα μιας από τις δύο: «Βάζε πάντα στόχους βραχυπρόθεσμους». Θρίαμβος της καθημερινότητας. Επιστήμη! Ποτέ μη λες: «Σήμερα δεν έχω τίποτα να κάνω».
Δες ένα φίλο, άνοιξε ένα βιβλίο, πάρε μολύβι και χαρτί, άλλαξε επιτέλους τον καμένο γλόμπο στο μπάνιο, σήκωσε το τηλέφωνο, βγάλε απ’ το ντουλάπι μια κατσαρόλα. Πόσα πράγματα, αστέρια στο απέραντο σύμπαν της καθημερινότητας!
Και κάτι του Ιονέσκο: «Γιατί γελάμε πάντα όταν είναι πια αργά;». Αλήθεια, γιατί δεν γελάμε εγκαίρως; Γιατί αφήνουμε και περνάνε χρόνια παρακολουθώντας να παρελαύνουν λοφιοφόρες στρατιές γελοίων;
