Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κακό με το να είσαι είναι πως δεν μπορείς πια να γίνεις. Τουλάχιστον, όχι με ευκολία. Πόσες και πόσες ατελείωτες φορές δεν φοράγαμε μεγαλίστικα ρούχα και δεν παίζαμε τις «κυρίες»;

Οι κυρίες στο τσάι, οι κυρίες στην αγορά, οι κυρίες στις διακοπές… Κυρίες πλέον, ή έστω κάτι που τους μοιάζει, πάει το παιχνίδι, πάει και η μαγεία να δραματοποιείς μέσω της φαντασίας σου κάτι που φαντάζει μακριά στο μέλλον. Τώρα είμαστε οι κυρίες, ή έστω κάτι που τους μοιάζει, που πίνουν τσάι, που πάνε για ψώνια, που διακοπεύουν.

Το καλό με το να είσαι είναι πως δεν χρειάζεται πια να γίνεις. Τουλάχιστον, όχι με δυσκολία. Μπορείς πλέον να αναπολείς φαντασιακά τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον και είσαι επιτέλους στη θέση -δυνητικά πάντα- να κάνεις και κάτι γι’ αυτό! Μπορείς να αναπτύξεις μια βαθύτερη πνευματική περιέργεια, ίσως ως τον μόνο τρόπο να ενσωματώσεις το παιχνίδι των παιδικών σου χρόνων στην καθημερινότητα (άνευρη, διερευνητική ή, στο τσακίρ κέφι, αγωνιστική), πόσω μάλλον στις μελλοντικές ενέργειες ανατροπής της.

Κι επειδή το παραμύθι είναι πάντοτε η καλύτερη μορφή αφήγησης, παρατώ τα περισπούδαστα και πιάνω την ανέμη: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο κοριτσάκια. Αδερφούλες. Η μία έκανε τη γυναίκα του Ρούσβελτ, με τρία παιδιά και δουλειά.

Η άλλη, η μεγαλύτερη, «ήταν» η γυναίκα του Χίτλερ, δεν εργαζόταν, είχε 12 παιδιά, 12 νταντάδες και 12 σοφέρ. Πάει η κ. Ρούσβελτ στην κ. Χίτλερ για καφέ. «Τι ωραία που παίζουν τα παιδιά μας, δεν βρίσκετε;» λέει η δεύτερη. «Υπέροχα τα χρυσά μου» λέει η πρώτη. «Πέρασε η ώρα. Δεν θα φάμε;» ρωτά η μικρή αδερφή. «Ε, ας περιμένουμε να γυρίσει και ο Αδόλφος!» απαντά η μεγάλη.

Τα κοριτσάκια είναι η Αλκη και η Λενούλα. Η γνωστή συγγραφέας, Αλκη Ζέη, έπαιζε τις «κυρίες» με την αδερφή της, γύρω εκεί στα τέλη του ’30. Την ιστορία διηγείται η Λενούλα στο ντοκιμαντέρ «Ο μεγάλος περίπατος της Αλκης», που προβλήθηκε στο πλαίσιο του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: «Τ’ ακούει ο πατέρας μας και γίνεται έξαλλος! “Βρε, ξέρετε ποιος είναι ο Χίτλερ;” μας φώναξε!»…

Πόσο εύκολα γίνεται παιχνίδι η Ιστορία. Μια τσαγέρα, ένα κάρο φανταστικά κουτσούβελα και μια πρόσκληση για δείπνο αρκούν. Ωστόσο, για να γίνει η Ιστορία από παιχνίδι παρωδία, θέλει κατιτίς παραπάνω.

Μην φανταστείς κάτι δύσκολο: ολίγη από κοινωνική ανισότητα, κάτι από υπερφίαλο ατομισμό, μπόλικο καταναλωτισμό και μια δόση δυνάμεων καταστολής. Των μέσα και των έξω μας -μυαλού και σώματος. Ρουφάν το πρώτο, βαράν το δεύτερο. Ερχεσαι και γίνεσαι μαλακός σαν σούπα. Σαν αφρός καθάριος. Να δεις που έτσι που το πάν’ σε λίγο τον νεοφιλελευθερισμό θα τον πούνε «μοριακή γαστρονομία».

«Οι δυνάμεις που ελέγχουν τον κόσμο, οι “δυνάμεις τις αγοράς”, δεν έχουν ιδέα ούτε καν αίσθηση της Ιστορίας. Δεν ζουν καν εντός ιστορικού χρόνου. Ζουν μόνο για την επόμενη επένδυση, το επόμενο deal. Και όταν αυτό ολοκληρωθεί, πάνε στο επόμενο και το επόμενο. Αυτό κάνουν».

Ο Τζον Μπέρτζερ τα ‘πε αυτά. Σπουδαίος συγγραφέας, μαρξιστής κριτικός Τέχνης, ριζοσπάστης ουμανιστής. Αφιέρωμα του είχε το Φεστιβάλ, έκθεση με έργα του, βίντεο με τον ίδιο, ντοκιμαντέρ για τον ίδιο. Κι αυτός, τις ιστορίες που φτιάχνουν την Ιστορία έψαχνε.

Τον τρόπο να δώσει μέλλον στο παρελθόν. Πάλι καλά που μένει και κάτι απ’ αυτούς τους ανθρώπους, που χάνονται ένας ένας. Ο Μπέρτζερ «έφυγε» τον Γενάρη.

Μαζί του φεύγουν και άλλοι. Οσοι τα έζησαν. Αυτά που δεν έγραψαν οι νικητές στα επίσημα βιβλία Ιστορίας, αυτά που γίνονται από παιχνίδι παρωδία. Αυτά που φτιάχνουν «φωτεινούς» ανθρώπους.

Ας μην είναι να ‘ρθει η μέρα που κάποιος θα πει: «Τώρα που έχουν πεθάνει γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, παππούδες και προπαππούδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν από μέσα μου ένα σωρό απορίες;».

… Επεσε ήδη το «σκοτάδι». Πού είναι τέλος πάντων και αυτός ο Αδόλφος; Πεινάω!