Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πολιτική λύση για φορολογικό, εργασιακό, ασφαλιστικό, ενέργεια και αντίμετρα, ζητήματα για τα οποία δεν βρέθηκε διέξοδος στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, θα αναζητήσει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στη σημερινή σύνοδο των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης.

Στοιχείο που είναι ενδεικτικό της κρισιμότητας της όλης κατάστασης αποτελεί ότι η υπουργός Εργασίας Εφη Αχτσιόγλου θα συνοδεύσει τον Ευκλείδη Τσακαλώτο στις Βρυξέλλες και θα μετάσχει, εκτός από το Eurogroup, και στα προπαρασκευαστικά ραντεβού που θα έχει ο υπουργός με Ευρωπαίους αξιωματούχους και εκπροσώπους του ΔΝΤ.

Η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα θα προσπαθήσει ό,τι δεν κατάφερε εδώ στην Αθήνα ή στις τηλεδιασκέψεις που είχε το Σαββατοκύριακο με τους επικεφαλής των δανειστών να το πετύχει μέσα στην έδρα τους, εκμεταλλευόμενη τις επαφές που θα έχει με πρόσωπα-κλειδιά των θεσμών.

Είναι σίγουρο ότι σε αυτές τις συναντήσεις ο κ. Τσακαλώτος θα κινηθεί στη βάση της γραμμής Μαξίμου, όπως αυτή επανασχεδιάστηκε μετά τις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο της διαπραγμάτευσης. Σίγουρο είναι επίσης ότι δεν θα υπάρξει non paper για τις αποφάσεις του Eurogroup, εφόσον δεν μεσολαβήσει κωδικοποίηση των μηνυμάτων με τον υπουργό Οικονομικών ώστε να αποφευχθούν άλλα επικοινωνιακά λάθη.

Οπως και να ’χει πάντως, το κλίμα στις Βρυξέλλες θα είναι βαρύ για τους δύο Ελληνες υπουργούς, με αποτέλεσμα και η πορεία της συνόδου να είναι λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένη. Θα είναι το τέταρτο κατά σειρά Eurogroup -από τις 20 Δεκεμβρίου του 2016 που ήταν το πρώτο χρονικό ορόσημο το οποίο είχε τεθεί για τεχνική συμφωνία με τους θεσμούς- που θα περάσει άπρακτο, ενώ το πιο ανησυχητικό είναι ότι φως στο τούνελ δεν διαφαίνεται ούτε για το άτυπο συμβούλιο που θα γίνει στις 7 Απριλίου στη Μάλτα.

Η μέχρι τώρα πορεία των συζητήσεων με τους επικεφαλής των δανειστών μάλλον επιβεβαιώνει ότι θα χρειαστεί ακόμη ένα Εurogroυp, αυτό της 22ας Μαΐου, για να μπορέσουν να γεφυρωθούν οι διαφορές. Τότε μάλιστα θα έχουν ολοκληρωθεί και οι εκλογές στη Γαλλία, ενώ θα μπορούν να ειδικευτούν και τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.

Τούτο καταρρίπτει και το ελληνικό επιχείρημα ότι οι Ευρωπαίοι θα δίσταζαν να έχουν σε εξέλιξη τις εκλογικές διαδικασίες στα κράτη τους έχοντας ανοιχτό το ελληνικό ζήτημα.

Σημεία μη σύγκλισης

Οπως φάνηκε και από τις αλλεπάλληλες τηλεδιασκέψεις στη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας τόσο σε τεχνικό επίπεδο όσο και σε ανώτερο επίπεδο (επτάωρη τηλεδιάσκεψη Σαββάτου μεταξύ των συναρμόδιων υπουργών και των επικεφαλής του κουαρτέτου των δανειστών), «κλειδί» για να κλείσει η αξιολόγηση είναι τα εργασιακά.

Δηλαδή, η αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων από 5% σε 10%, η μη επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των μισθών, η καθιέρωση του λοκ άουτ, η αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου πρωτίστως ως προς τον τρόπο κήρυξης απεργιών. Ολα εκείνα που θέλουν οι θεσμοί και όχι όπως είναι φυσικό η ελληνική πλευρά.

Η ίδια προβληματική κατάσταση επικρατεί και στα άλλα μεγάλα μέτωπα, όπου κυβερνητική πηγή επιβεβαίωσε το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές. Πρόκειται για τα πρόσθετα μέτρα της περιόδου μετά το 2018, το ασφαλιστικό, τα ενεργειακά και τα αντίμετρα.

Στο ασφαλιστικό – φορολογικό, οι πιστωτές απαιτούν νέες μειώσεις κύριων συντάξεων στο πλαίσιο των πρόσθετων μέτρων ύψους έως 3,6 δισ. ευρώ ή 2% του ΑΕΠ για την περίοδο μετά το 2018. Τόσο το ύψος (η κυβέρνηση προσπαθεί να διασώσει συντάξεις 600 έως 800-1.000 ευρώ) όσο και ο χρόνος που θα επιβληθεί το «ψαλίδισμα» (από το 2019 ή το 2020 μονομιάς ή από το 2020 σταδιακά σε βάθος 3-5 ετών) παραμένουν σημεία τριβής.

Αντιθέτως, βέβαιη θεωρείται η δραστική μείωση του αφορολόγητου ορίου στην περιοχή των 5.600-5.900 ευρώ από το 2019. Πρόκειται για το δεύτερο μέτρο το οποίο θα συμπληρώσει το πακέτο των 3,6 δισ. ευρώ. Οσον αφορά τα ενεργειακά, οι δανειστές επιμένουν σε πώληση μονάδων της ΔΕΗ, ενώ η κυβέρνηση θέλει να κερδίσει χρόνο και να πάει παρά πίσω το μέτρο.

Ο… επιτυχημένος ΕΝΦΙΑ

Από την άλλη, τα μέτρα ελάφρυνσης δεν θα είναι περίπατος και δεν είναι απαραιτήτως αυτά που θέλει η κυβέρνηση. Ειδικά το ΔΝΤ έχει σαφή θέση για το ποια πρέπει να είναι τα αντίμετρα στη μείωση αφορολογήτου (μείωση υψηλών φορολογικών συντελεστών) και των συντάξεων (αύξηση των δαπανών πρόνοιας, όπως το κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης).

Τη μείωση του ΕΝΦΙΑ από το 2019 και μετά, αν και εφόσον βέβαια ξεπεραστεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% το 2018 και ενεργοποιηθεί το πακέτο των αντιμέτρων, η κυβέρνηση τη θεωρεί δεδομένη. Σύμφωνα με κυβερνητικό στέλεχος που συμμετέχει στη διαπραγμάτευση, το πακέτο των αντιμέτρων έχει ουσιαστικά οριστικοποιηθεί, αλλά υπάρχει μια μικρή διαφορά στο πόσο βάρος θα έχει ο ΕΝΦΙΑ στο συνολικό πακέτο.

Η ελληνική πλευρά επιθυμεί ο ΕΝΦΙΑ στο πακέτο να συμμετάσχει με περίπου ένα δισ. ευρώ, που συνεπάγεται τη μείωση του φόρου κατά περίπου 30% σε σχέση με τα σημερινά του επίπεδα (περίπου 3,5 δισ. ευρώ).

Μάλιστα, το οικονομικό επιτελείο δεν θέλει σε καμία περίπτωση η μείωση του φόρου να είναι οριζόντια κατά 30% (15% το 2019 και 15% το 2020), αλλά να είναι στοχευμένη προκειμένου να ελαφρύνει όσους έχουν μικρή και πολύ μικρή ακίνητη περιουσία. Επίσης, θέλει την πλήρη απαλλαγή από τον φόρο για όσους σήμερα έχουν έκπτωση 50% (ετήσιο εισόδημα έως 9.000 σε συνδυασμό με χαμηλή ακίνητη περιουσία).

Από την άλλη, οι θεσμοί θέλουν η συμμετοχή του ΕΝΦΙΑ στο πακέτο των αντιμέτρων να είναι της τάξης των 300 έως 500 εκατ. ευρώ, καθώς ο συγκεκριμένος φόρος είναι ο πιο πετυχημένος εισπρακτικά από όσους επιβλήθηκαν στην κρίση. Εκτός από τη μικρή μείωση του ΕΝΦΙΑ, οι θεσμοί θέλουν και μείωση του κανονικού συντελεστή ΦΠΑ από το 24% στο 23%, καθώς και μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή που σήμερα είναι 29%.

Υπό αυτές τις συνθήκες, μια συνολική συμφωνία με τους θεσμούς θα χρειαστεί καιρό, καθώς δεν αρκεί να κλείσει μόνο το τεχνικό κείμενο με τις υπογραφές (Staff Level Agreement), αλλά θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία Ευρωπαίων με το ΔΝΤ για τους στόχους στα πλεονάσματα, αλλά και στα μέτρα για το χρέος.

Επεται η απόφαση συμμετοχής του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ενώ εκκρεμεί και η απόφαση της ΕΚΤ για την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης.