Φαίνεται πως η σκέψη δεν προλαβαίνει πια τα γεγονότα. Καθώς στον επικοινωνιακά βασανιζόμενο πλανήτη το ένα γεγονός επηρεάζεται από κάποιο άλλο, που με τη σειρά του σχετίζεται με πολλά ακόμα, η σκέψη ερμηνεύει αυτή τη συσσώρευση κάνοντας χρήση των γνώσεών της, με την ανακούφιση ότι το τωρινό υποκύπτει σε διαβεβαιώσεις που έχουν αποδείξει την εγκυρότητά τους στο πρόσφατο ή παλαιότερο παρελθόν.
Ο χρόνος έχει επιταχυνθεί, έτσι που κάθε γεγονός είναι εφήμερο, χάνεται στην πλημμυρίδα εκείνων που παρήλθαν και εκείνων που εισβάλλουν ακατάπαυστα.
Εξαιρετικά δύσκολο συνεπώς να είναι κανείς βέβαιος πως μέσα σε τέτοιο φορτίο έχει η σκέψη τη δυνατότητα να επιλέξει το σπουδαίο, που μπορεί να είναι ελάχιστο σε βάρος, αλλά κορυφαίο σε σημασία.
Και αν ακόμα τέτοια επιλογή είναι επιτυχής, δεν είναι βέβαιο πως δεν θα διαψευστεί σύντομα εξαιτίας ακριβώς της συσσώρευσης.
Και αν ακόμα δεν διαψευστεί σύντομα, δεν είναι πάλι βέβαιο πως θα προλάβει να καρπίσει.
Αν ο χρόνος εμφάνισης μιας ισχυρής επιλογής έχει περιθώρια ανάσας, ο χρόνος της κάρπωσης δεν ξεφεύγει από τον μοιραίο κύκλο της συγκομιδής και της διάδοσης.
Είναι αυτοεξαπάτηση να στοιχηματίζει κανείς πως τέτοιος κύκλος υποκύπτει σε συμπίεση του χρόνου.
Το παρόν εντέλει εμφανίζεται ως απαράδεκτο.
Το απαράδεκτο αποκλείει την ηρεμία, τέτοια άνεση δεν υφίσταται.
Διαχέεται η πεποίθηση ότι η αμεσότητα των γνώσεων υπολείπεται του επείγοντος των λύσεων.
Η θεωρούμενη επιτυχής επιλογή μοιάζει να προκαλεί μοιραία μετακίνηση του αποτελέσματος στο μέλλον.
Το απαράδεκτο παρόν καθίσταται έτσι ένα μέλλον που αναζητεί διαρκώς το παραδεκτό μέλλον του.
Και όσο η συσσώρευση των γεγονότων ενισχύεται στον κόσμο του 21ου αιώνα, το αναπάντεχο, η έκπληξη του μη αναμενόμενου, η ανακούφιση των αναλύσεων με γνώμονα την αλήθεια του παρελθόντος μεγαλώνει την απόσταση από τα γεγονότα και τις επιπτώσεις τους.
Λογικό να υποστηρίζει κανείς πως ο άνθρωπος δεν έπαψε να τρέχει πίσω από τα πράγματα.
Εξεταστέο αν η απόσταση που φαίνεται ότι έχει δημιουργηθεί ή διακρίνεται προκαλεί την αποξένωση του ανθρώπου από την πραγματικότητα.
Δεν εισέρχεται ο άνθρωπος στο μέλλον με γυρισμένη την πλάτη του στην πραγματικότητα, αλλά με τα μάτια του κλειστά για να μη θωρεί το παραδεκτό μέλλον, που η φαντασίωση της λαμπρότητάς του τον τυφλώνει.
Το παρελθόν δεν διασώζει. Κανένα παρελθόν δεν αναγεννάται όπως ήταν.
Και αν αναγεννηθεί, δεν θα πάψει να είναι η παρεξήγηση ότι η αναγέννησή του το ανακαλεί, το μιμείται, το έχει ως πρότυπο· δεν θα πάψει να είναι κάτι άλλο, άσχετο με αυτό που υπήρξε, όσο και αν οι μιμήσεις του το αποκαθιστούν ως μεγαλείο και ανίκητη αλήθεια.
Επιπλέον, το παρελθόν έχει όρια της αναγέννησής του, τα οποία εξαντλούνται με την πάροδο του χρόνου, η Ιστορία δεσμεύεται από αυτόν τον κανόνα.
Απολύτως θεμιτό ωστόσο να υποστηρίζει ενθέρμως κανείς πως το μεγαλείο του παρελθόντος είναι αθάνατο και αιώνιο.
Απολύτως ηρωικό να θυσιάζεται κανείς, σωματικά και πνευματικά, για την προσκύνηση και επιβολή του παρελθόντος.
Απολύτως ανθρώπινο να ζει κανείς αγκαλιά με το παρελθόν σε ένα είδος συγκατοίκησης, που αποκλείει οποιαδήποτε μετακίνηση.
Οι θρησκείες και οι κάθε είδους ιερότητες, τα λογιών υπερβατικά και μεταφυσικά σχήματα εξυπηρετούν όλες αυτές τις ανθρώπινες απαιτήσεις και προσφέρουν αγαλλίαση στον αγώνα για την αντιμετώπιση των γεγονότων και την παραδοχή της σωτηρίας της ψυχής και του κόσμου.
Προσφέρουν μια σταθερότητα με κοινωνική ανταποδοτικότητα, αμάλγαμα συνθημάτων και συγκινησιακών αισθημάτων, που δύσκολα μπορούμε να πούμε ότι αποτελούν ιδεολογία, χορτάρια ανθισμένα ανάμεσα σε τσουκνίδες και αγκάθια, πάνω στα ερείπια απόμακρων πια θεσμών.
Οταν τα συνθήματα και οι συγκινήσεις, με στήριγμα το εύληπτο της διανοητικής μηδαμινότητάς τους, συνδυάζονται με ισχυρά, ακόμα και απέλπιδα μαζικά αισθήματα, αποδεικνύονται πολιτικά ισχυρότατα σε καιρούς κρίσης, όπου κράτη και θεσμοί βρίσκονται σε αποσύνθεση.
Είναι τότε η εποχή τους: κατέρχονται στην κοινωνία ως κινήματα πικρίας και μίσους, ομαδοποιήσεις λαϊκού «φονταμενταλισμού», στραμμένες προς κάποια απλούστερη, πιο σταθερή και πιο ολοκληρωμένη περίοδο του παρελθόντος.
Με πίστη στην εκτυφλωτική θέαση του μέλλοντος, σχηματοποιούν την εμμονή ότι η σκέψη τους επαρκεί για να προλάβει τα γεγονότα, να τα διαμορφώσει, να τα επιβάλει, συνθέτοντας έτσι μια ιδεολογία η οποία, επειδή αρδεύεται από το παρελθόν, έχει δυνάμεις ικανές να προκαλέσουν την εμφάνιση οργανωμένων ομάδων, που πετυχαίνουν να εκπορθήσουν τα κάστρα της εξουσίας.
Ευπρόσβλητες από ρητορικές διαφοροποιήσεις και εικονικές απλουστεύσεις, μετατρέπουν το πεδίο της πολιτικής σε χώρο ανακομιδής λειψάνων, τα οποία λιτανεύονται και θεραπεύουν.
Αυτός ο εκφυλισμός μετατρέπει το απαράδεκτο παρόν σε απαράδεκτο μέλλον.
